Κυριακή, Φεβρουαρίου 13, 2011

Τι παίρνουν τελικά οι ασθενείς μας;

Ένα από τα θέματα που απασχολεί την ιατρική κοινότητα διεθνώς, είναι το θέμα της compliance σε σχέση με την φαρμακευτική αγωγή που καλούνται να πάρουν οι ασθενείς.
Κατά πόσο δηλαδή οι ασθενείς παίρνουν τα αντιδιαβητικά ή αντιυπερτασικά δισκία ή ότι άλλα χάπια τους έχει συστήσει ο γιατρός τους.

Από πολλές μελέτες προκύπτει οτι το ποσοστό συμμόρφωσης, έτσι μεταφράζεται ο όρος compliance, είναι πολύ μικρό, κυρίως δε στα χρόνια νοσήματα. Φαίνεται οτι τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα όταν πρόκειται για ψυχοφάρμακα.

Σκέπτεται λοιπόν κανείς ότι έχει γίνει σημαντικός κόπος και έξοδα, τόσο από τη μεριά του θεραπευτή όσο και του ασθενούς, για να βρεθεί η σωστή αγωγή στη σωστή δόση και στη συνέχεια ο ασθενής παίρνει τα χάπια μέρα παρά μέρα, ή τα σταματάει για να δει που θα πάει η πίεση ή το ζάχαρο κ.τ.λ

Όσα περισσότερα χάπια χρειάζεται να παίρνει κάποιος τόσο πιθανότερο είναι να κάνει "έκπτωση" και να τα μειώνει ή να καταργήσει κάποια κατηγορία, κρίνοντας οτι δεν του είναι απαραίτητα.

Το επιχείρημα που ακούω αρκετά συχνά, όταν διαπιστωθεί ότι ο συγκεκριμμένος ασθενής σταμάτησε να παίρνει κάποιο από αυτά που είχα εγώ ή κάποιος άλλος, συστήσει ειναι :" μα παίρνω μια χούφτα φάρμακα κάθε μέρα".

Δεν έχω καταλήξει ποιά κατηγορία δισκίων υφίσταται τη μεγαλύτερη μείωση, σίγουρα πάντως κανείς δεν κόβει τις άχρηστες βιταμίνες!

Οι περισσότερες φαρμακευτικές εταιρείες παράγουν σκευάσματα που είναι δύο ή και τρείς ουσίες σε ένα δισκίο, στην προσπάθεια να αυξηθεί η compliance.

Αν εξαιρέσουμε τις περιπτώσεις που κάποιος ξεχνάει, λόγω και της ρουτίνας, να πάρει το χάπι του, ποιοί είναι άραγε οι λόγοι που βλέπουμε τόσο συχνά αυτό το φαινόμενο;

Πιστεύω ότι έχουμε μεγάλη ευθύνη εμείς οι γιατροί επειδή δεν αφιερώνουμε το χρόνο που χρειάζεται για να εξηγήσουμε στον καθένα την αναγκαιότητα που υπάρχει στο να πάρει το φάρμακο πουτου συνταγογραφήσαμε.

Τις περισσότερες φορές, ο ασθενής δεν ενημερώνεται για τις ενδεχόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να εμφανίσει στην αρχή τουλάχιστον, η φαρμακευτική αγωγή που του συστήσαμε.
'Ετσι με το που θα νοιώσει κάποια ενόχληση, θεωρεί ότι δεν του πάει αυτό το φάρμακο και το σταματάει.

Δεν ενημερώνει το γιατρό του προφανώς γιατί θεωρεί οτι αυτός δεν έχει το χρόνο να τον ακούσει και ενδεχομένως να μην συμμερισθεί τη δυσφορία του.

Πολλοί γιατροί εκλαμβάνουν τα παράπονα των ασθενών τους σαν προσωπική αμφισβήτηση, σχετικά με την επιλογή της θεραπευτικής αγωγής.

Σίγουρα υπάρχουν πολλοί άλλοι λόγοι για τους οποίους κάποιος σταματάει να παίρνει τα χάπια που του συνταγογράφησαν. Θα ήταν χρήσιμο να υπήρχε ανάλογη καταγραφή, θα βοηθούσε στη μείωση αυτού του φαινομένου που πολλές φορές κυριολεκτικά "στέλνει τον κόσμο στο νοσοκομείο".

Πρέπει δε να πώ οτι μου κάνει εντύπωση το πόσο συχνά ακούω, θα έλεγα σχεδόν πάντα, όταν προτείνω κάποιο ηρεμιστικό, "φοβάμαι μην το συνηθίσω" κάτι που δεν άκουσα ποτέ για το κάπνισμα.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 31, 2011

Ποιούς βοηθάει η αυτομέτρηση του ζαχάρου:

Με αφορμή μια ομιλία που έχω να κάνω σχετικά με την σημασία της αυτομέτρησης στη ρύθμιση του διαβήτη θέλησα να καταγράψω κάποιες σκέψεις.

Η τεχνολογική εξέλιξη στους μετρητές ζαχάρου τα τελευταία χρόνια είναι εντυπωσιακή. Όταν εγώ ξεκίνησα να ασχολούμαι με τον διαβήτη υπήρχε μόνο ένας μετρητής, τέτοιου μεγέθους που δεν ήταν εύκολο να τον μεταφέρεις στην τσάντα και το κυριώτερο έπρεπε να ξεπλύνεις την ταινία κάτω από την βρύση πριν την βάλεις για μέτρηση!

Σήμερα οι μετρητές είναι μικροί, εύχρηστοι, χρειάζονται ελάχιστη ποσότητα αίματος, δίνουν το αποτέλεσμα σε 20 δευτερόλεπτα, οι περισσότεροι συνδέονται, μέσω λογισμικού, με υπολογιστή. Κάποιοι νεότεροι είναι όλος ο μετρητής ένα usb που μπορεί να στείλει τα δεδομένα μέσω υπολογιστή.

Πριν από μερικά χρόνια η χρήση των μετρητών ζαχάρου αφορούσε κατά κύριο λόγο όσους είχαν διαβήτη τύπου1. Σήμερα ακόμα και όσοι αντιμετωπίζουν το ζάχαρο τους μόνο με δίαιτα, έχουν δυο τρείς μετρητές στο σπίτι.

Εδώ είναι η πρώτη μου ένσταση: πιστεύω ότι η εντελώς δωρεάν διάθεση των μετρητών ζαχάρου αφενός μεν τους απαξίωσε, αφετέρου δημιούργησε πεδίο για σύγχυση, δεδομένου ότι οι περισσότεροι έχουν πάνω από δύο μετρητές, κάνουν ταυτόχρονα μέτρηση, βρίσκουν τις αναμενόμενες στατιστικά μικρές διαφορές, και καταλήγουν ότι είναι χαλασμένοι και αναξιόπιστοι.

Για όσους έχουν διαβήτη τύπου 1 και τους απασχολεί η ρύθμιση του διαβήτη τους, η συμβολή των μετρητών είναι ανεκτίμητη. Τα εντατικοποιημένα σχήματα προϋποθέτουν μέτρηση πριν από το γεύμα και χορήγηση της ινσουλίνης, ανάλογα με την τιμή του ζαχάρου και το τι πρόκειται να φάει κανείς.

Οι υπογλυκαιμίες έχουν περιορισθεί σημαντικά με τις συχνές μετρήσεις στο 24ωρο.

Δυστυχώς υπάρχει μεγάλος αριθμός εφήβων και νέων που σπάνια κάνει μέτρηση, είτε γιατι όπως ισχυρίζονται "ξέρω τι ζάχαρο έχω χωρίς να μετρηθώ" είτε γιατί "δεν προλαβαίνουν" κ.τ.λ.

Εδώ βέβαια δεν είναι θέμα διαθέσιμης τεχνολογίας, αλλά αποδοχής του διαβήτη.

Πρόβλημα υπάρχει όμως και στην μεγάλη πλειοψηφία αυτών που έχουν διαβήτη τύπου 2, βρίσκονται σε αγωγή με δισκία ή ινσουλίνη και κάνουν άπειρες μετρήσεις, χωρίς να είναι σε θέση να αξιολογήσουν τα αποτελέσματα. Πολλές φορές μάλιστα θα ήταν καλύτερα να μην είχαν μετρήσει το ζάχαρο τους, όπως π.χ όταν βρίσκουν μια τιμή 105 και δεν κάνουν καθόλου ινσουλίνη "επειδή έχει έρθει στα φυσιολογικά". Αποτέλεσμα: στην επόμενη μέτρηση το ζάχαρο να είναι στα ύψη.

Οι ταινίες μέτρησης είναι ακριβές και είναι κρίμα να καταναλώνονται ακόμα και για λάθος λόγο όπως όταν μας λένε: "έφαγα πολύ, έφαγα και γλυκό και μέτρησα για να δώ πού θα πάει"!

Δευτέρα, Ιανουαρίου 24, 2011

Νεες μορφές εκπαίδευσης

Κάθε τόσο κάτι με πιάνει και λέω "άντε να γράψω πάλι στο blog" λες και αυτό υπάρχει εκει και περιμένει, σε λανθάνουσα κατάσταση, παρά το ότι έχω να γράψω έναν ολοκληρο χρόνο.

Κάθε φορά που επανέρχομαι (έχει γίνει δυό τρείς φορές αυτό) σκέφτομαι ότι τώρα τα θέματα θα είναι διαφορετικά, ευρύτερου ενδιαφέροντος, πάντα γύρω από τον διαβήτη βέβαια. Μετά σκέφτομαι ότι αν ξανοιχτώ μπορεί να αρχίσει ο καταιγισμός των προσωπικών ιατρικών ερωτήσεων του τύπου: " γιατί ενώ δεν τρώω έχω ζάχαρο αυξημένο τα πρωϊνά;" και βέβαια δεν επιτρέπεται να γίνεται ιατρική συμβουλευτική, ούτε αναφορά σε σκευάσματα, μέσω διαδικτύου.

Παρ' ολαυτά πιστεύω οτι υπάρχει η δυνατότητα, μέσα από ένα blog, να γίνεται ενημέρωση ή να δίνονται απαντήσεις σε ερωτήματα ευρύτερου ενδιαφέροντος. Αυτό θέλω να επιδιώξω να κάνω μέσα από αυτό το χώρο.

Βλέπω όλο και περισσότερο να δραστηριοποιούνται φαρμακευτικές εταιρείες ή εταιρείες παροχής υπηρεσιών στο να καλύψουν τα κενά στην εκπαίδευση των ασθενών με διαβήτη, σε θέματα που αφορούν την διατροφή τον τρόπο χορήγησης της ινσουλίνης και άλλα.

Φαίνεται οτι κάνουν καλά την δουλειά τους, δεν υπάρχει πίσω από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα τίποτα "κρυφό" ως προς την προώθηση των προϊόντων τους στους ασθενείς.
Πιστεύω ότι χτίζουν έτσι ένα θετικό προφίλ της εταιρείας με κοινωνική παροχή προς τα άτομα με διαβήτη.

Πριν από λίγες ημέρες παρευρέθηκα σε μια ανάλογη παρουσίαση. Ο φίλος και συνάδελφος που παρουσίασε το πρόγραμμα ξεκίνησε λέγοντας ότι: η εταιρεία με αυτή τη σειρά των 5 δίωρων σεμιναρίων καλύπτει αυτό που δεν υπάρχει περίπτωση λόγω φόρτου εργασίας να κάνει ο γιατρός που παρακολουθεί τον ασθενή με διαβήτη.

Μάλλον έχει δίκιο ο συνάδελφος αλλά εμένα κάπως μου "κάθησε" αυτό το "δεν υπάρχει περίπτωση να μπορεί να το κάνει ο γιατρός..." Κι όμως είναι μία από τις βασικές αποστολές του.

Το σεμινάριο αφορούσε την αλλαγή τρόπου διατροφής και ενσωμάτωσης της άσκησης στην καθημερινότητα ατόμων με διαβήτη τύπου 2. Η εκπαίδευση γίνεται σε μικρές ομάδες, σε χώρο εκτός νοσοκομείου, με την δυνατότητα ενεργητικής συμμετοχής των συμμετεχόντων.

Περιμένω να δω τα αποτελέσματα αυτής της δουλειάς που γίνεται σε ομάδες με περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων. Έχω σκοπό να πάω και εγώ να τα παρακολουθήσω μαζί με τους ασθενείς που θα έχω προτείνει .

Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2010

Ο Διαβήτης είναι πάθηση, όχι αναπηρία

Πριν από μερικές εβδομάδες δέχθηκα, σε ένα site που δεχόταν ερωτήσεις για θέματα σχετικά με διαβήτη, την παρακάτω ερώτηση:

"Το παιδί μας ηλικίας 6 ετών παρουσίασε πριν από μερικούς μήνες διαβήτη τύπου1, θα θέλαμε να μας ενημερώσετε, ποιές παροχές δικαιούται λόγω της πάθησης του και τι ποσοστό αναπηρίας μπορεί να διεκδικήσουμε."

Μου έχει κάνει εντύπωση το πόσο συχνά έρχονται γονείς στο νοσοκομείο, για να ζητήσουν βεβαίωση ωστε να μπορέσει το παιδί τους, σε ηλικία άς πούμε 25 χρονών, να βγάλει αναπηρική σύνταξη, επειδή έχει διαβήτη, έστω και χωρίς καμία επιπλοκή.

Θυμάμαι πριν από χρόνια, σε μια εκδήλωση των μελών της Ομοσπονδίας Ατόμων με Διαβήτη στην Ολλανδία, έγινε βράβευση των γιατρών που αρνούνται να χαρακτηρίσουν τα άτομα με διαβήτη, σαν άτομα με αναπηρία.


Το φοβερό όμως είναι οτι από τη στιγμή που θα καταφέρουν, με το γνωστό Ελληνικό τρόπο, να πάρουν αναρρωτικές άδειες ή ακόμα και την πρόωρη σύνταξη , οι ίδιοι εκφράζουν το μεγάλο παράπονο γιατί οι κοινωνία τους αντιμετωπίζει διαφορετικά.

Το να έχεις διαβήτη σημαίνει να είσαι σε καθημερινή εγρήγορση για την φροντίδα του εαυτού σου και της υγείας σου. Είναι αναμφισβήτητα ένα μεγάλο φορτίο, που ο καθένας ανάλογα με τον χαρακτήρα του και τα πιστεύω του, θα προσπαθήσει να ενσωματώσει στην καθημερινότητα του.

Το περιβάλλον και κυρίως η οικογένεια, παίζουν καθοριστικό ρόλο στο αν αυτή η ενσωμάτωση θα είναι αποτελεσματική ή όχι.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 30, 2009

Ενημέρωση και απόφαση

Η IAPO είναι η μοναδική παγκόσμια οργάνωση που εκπροσωπεί ασθενείς όλων των εθνικοτήτων. Περιλαμβάνονει όλες τις ασθένειες, με στόχο την προώθηση της υγείας παγκοσμίως μέσω μιας ασθενοκεντρικής προσέγγισης. Μέλη της IAPO είναι τα μέλη των διαφόρων συλλόγων ασθενών ανά τον κόσμο.

Έχω ζητήσει να ενημερώνομαι για τις δραστηριότητες αυτής της οργάνωσης, γι αυτό και πριν από δυο ημέρες μου έστειλαν το τελευταίο δελτίο τύπου που κυκλοφόρησαν με τίτλο: "Πρωτοβουλίες για την βελτίωση της ενημέρωσης των ασθενών - κλειδί για την Υγεία στην Ευρώπη".

Αναφέρεται στις εργασίες και τα αποτελέσματα της δεύτερης Ευρωπαϊκής Διάσκεψης για την Δημόσια Υγεία. Στη διάσκεψη έλαβαν μέρος εκπρόσωποι Συλλόγων και Οργανώσεων ασθενών από όλη την Ευρώπη.

Στο δελτίο τύπου αναφέρεται η ανάγκη για παροχή ενημέρωσης υψηλής ποιότητας, προς τους ασθενείς και αναγνωρίζεται ο ρόλος που μπορεί να παίξουν οι κατά τόπους σύλλογοι ασθενών σε αυτή την προσπάθεια.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην ενημέρωση σε θέματα υγείας που θα πρέπει να έχουν οι μειονότητες ή οι αλλοδαποί σε κάθε χώρα, με έμφαση στο πως θα υπερνικηθούν οι φραγμοί λόγω γλώσσας.

Συμφωνώ ότι θα πρέπει όχι απλώς να ενημερώνουμε τους ασθενείς μας για πιθανές παρενέργειες κάποιων φαρμάκων, αλλά να τους παρέχεται η αναγκαία πληροφόρηση, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν στην διαδικασία λήψης ιατρικών αποφάσεων.

Όμως ταυτόχρονα μου γεννήθηκε ενας καταιγισμός ερωτήσεων. Π. χ. : Αν ο ασθενής επιλέξει την Α΄ θεραπεία (όπως να μην αρχίσει ινσουλίνη) και μετά από κάποιο διάστημα εμφανίσει σημαντική επιπλοκή, ποια είναι η ευθύνη του γιατρού για το ότι τόσο καιρό συνταγογραφούσε χάπια και όχι ινσουλίνη;

Πόσο βοηθάει η πληροφόρηση σε κάποιον, που είναι συναισθηματικά φορτισμένος λόγω της πάθησης του, στο να πάρει οποιαδήποτε απόφαση σχετικά με την υγεία του;

Οι γιατροί αποφασίζουμε τις περισσότερες φορές, έχοντας υπόψη μας στατιστικά δεδομένα. Ο σθενής στο 1% βλέπει τον εαυτό του, άρα γι αυτόν είναι 100%.

Δεν έχω ξεκάθαρη θέση. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που δημοσιεύματα σε έγκυρα ιατρικά περιοδικά, προβάλλονται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και ξεσηκώνουν αντιδράσεις. Ύστερα από λίγο διαπιστώνεται οτι η στατιστική μεθοδολογία ήταν αδύναμη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υποστηριχθεί το συγκεκριμμένο άρθρο.

Μία τέτοια ενημέρωση, πριν ελεγχθεί και οριστικοποιηθεί μία άποψη, προκαλεί απλώς σύγχιση στους ασθενείς και μερικές φορές έχει αρνητικές επιπτώσεις στην πορεία τους.

Γράφω αυτά γιατί είδαμε πρόσφατα το πρόβλημα της σύγχισης να κορυφώνεται με την "ενημέρωση" που αφορούσε το εμβόλιο για την γρίπη τύπου Η1Ν1. Πολλοί και διάφοροι φορείς, επίσημοι και ανεπίσημοι, ειδικοί και μή δημιούργησαν ένα κυκεώνα αντικρουόμενων απόψεων. Η φωνή των ειδικών μερικές φορές δεν ακουγόταν καθόλου μέσα στον θόρυβο.

Οπότε καλές είναι οι θέσεις της ΙΑΡΟ αλλά το πρόβλημα της ενημέρωσης για ζωτικά ιατρικά θέματα που μας φορτίζουν και ψυχολογικά παραμένει σύνθετο και ακανθώδες. Στην εποχή της υπερδοσολογίας πληροφοριών (information overdose) το ποιος δικαιούται να ενημερώνει και ποιές πληροφορίες θα αποδέχεται ως έγκυρες ο ασθενής, είναι κρίσιμο. Θα χρειαστεί να επανέλθουμε.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 23, 2009

Μία ανώφελη εκδήλωση

Από το Μαϊο του 2008 σταμάτησα να γράφω σε αυτό το blog. Είχα την αίσθηση και έτσι ήταν δηλαδή, οτι αυτό που ήθελα να συμβεί μεσω του blog, να επικοινωνήσω και να ακούσω απόψεις ανθρώπων με διαβήτη, δεν είχε επιτευχθεί. Υπήρξαν πολλά και ενδιαφέροντα σχόλια, αλλά κυρίως από ανθρώπους που φαντάζονται πως είναι να έχεις διαβήτη.

Είχα υπολογίσει χωρίς την "σιωπηρή πλειοψηφία". Φαίνεται πως ήταν αρκετοί όσοι διάβαζαν το blog χωρίς να σχολιάζουν Ακόμα και σήμερα, μετά από 18 μήνες βλέπω στον μετρητή ότι το επισκέπτονται τουλάχιστον 80-100 άνθρωποι την εβδομάδα. Σκέφτηκα λοιπόν οτι, δεν πειράζει αν δεν νοιώθουν την ανάγκη να καταθέσουν τη γνώμη τους. Και πως αν έχω και όποτε έχω κι εγώ κάτι να πώ, ας το γράφω. Εξάλλου υπάρχουν φορές που με πνίγουν κάποια πράγματα. Ίσως, αν τα γράφω εδώ, αυτό θα με βοηθήσει.

Από τέτοιο "πνίξιμο" προκύπτει αυτό το σχόλιο.

Πριν από μια εβδομάδα, με κάλεσαν να μιλήσω σε διημερίδα που οργανώθηκε λόγω της Παγκόσμιας Ημέρας του Διαβήτη.

Η δική μου διάλεξη με θέμα " η σημασία της εκπαίδευσης στην αντιμετώπιση του διαβήτη" είχε ορισθεί για τις 18.30

Στις 19.30 δεν είχε ακόμα τελειώσει η προηγούμενη ενότητα και αυτό γιατί ο πρόεδρος των ομιλητών τσακωνόταν με το ακροατήριο για το πόσες φορές την ημέρα πρέπει να μετράνε οι γονείς το ζάχαρο των παιδιών τους. Τους αποκάλεσε δε υποχόνδριους, επειδή ισχυρίστηκαν οτι μερικές φορές χρειάζονται 5 έως 6 μετρήσεις κυρίως το βράδυ που υπάρχει ο φόβος της υπογλυκαιμίας.

Το ακροατήριο μικρό, κυρίως γονείς και ηλικιωμένα άτομα, που πολλοί αμφιβάλω αν καταλάβαιναν κάτι από όσα άκουγαν. Ο ένας ομιλητής, σημαντικός πανεπιστημιακός στο χώρο του, αναφέρθηκε στα οικονομικά της υγείας αναφορικά με τον διαβήτη. Παρουσίασε αναλυτικά τα αποτελέσματο μιας έρευνας που έκανε στη σχολή του.

Οι ερωτήσεις που δέχθηκε ήταν του τύπου: "γιατί δεν μας δίνουν περισσότερες ταινίες μέτρησης ζαχάρου, τα ταμεία μας;"

Οταν είχε πάει 20.30 και ανέβηκα να μιλήσω στο ακροατήριο δεν θα είχαν μείνει πάνω από 20 άτομα με μέσο όρο ηλικίας τα 60, (πιό κάτω όμως από των ομιλητών).

Κάποια νεα κοπέλα από την οργανωτική επιτροπή μου είπε, μερικές μέρες αργότερα, πόσο απογοητεύτηκε από το γεγονός οτι, ενώ είχαν ενημερώσει όλους τους νέους που είναι μέλη του συλλόγου, δεν ήρθαν παρά ελάχιστοι.

Εγώ λοιπόν το θεωρώ αυτό υγιέστατη αντίδραση!

Είναι δυνατόν να περιμένουν Σάββατο βράδυ σε ένα καταθλιπτικό χώρο όπως είναι το αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου, να πάνε οι νέοι που έχουν διαβήτη, να ακούσουν επί 4-5 ώρες διαλέξεις από καθηγητές - γιατρούς , που οι 3 στους 4 έχουν συνταξιοδοτηθεί τουλάχιστον από τριετίας;

Δεν μπορούν να φανταστούν κάποιο πιο ελκυστικό τρόπο προσέγγισης και ενημέρωσης;

Ενα χώρο π.χ όπου θα γίνονται διάφορα happenings, συναυλίες, κ.τ.λ και θα υπάρχει προβολή και ενημέρωση των τελευταίων εξελίξεων πάνω στο θέμα διαβήτης.

Σίγουρα οι νέοι με διαβήτη, δεν περιμένουν την Παγκόσμια Ημέρα του Διαβήτη για να κλειστούν σε ένα αμφιθέατρο και να βομβαρδισθούν με άχρηστες γνώσεις.

Ούτε εγώ ήξερα τι να πω στη διάλεξή μου. Λες και δεν ξέρουν οι ήδη πάσχοντες πόσο σημασία έχει να είναι εκπαιδευμένοι σχετικά με το διαβήτη τους.

Το θέμα είναι οτι δεν υπάρχουν οι άνθρωποι που θα στελεχώσουν τα Διαβητολογικά Κέντρα για να μπορέσουν να εκπαιδεύσουν, μαζί με τους γιατρούς, τα άτομα με διαβήτη.

Πάντως δεν στεναχωρήθηκα καθόλου που οι νέοι δεν ήταν εκεί. Στεναχωριέμαι που δεν υπάρχει η υποδομή και οι άνθρωποι που θα δημιουργήσουν έναν κατάλληλο χώρο συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων.

Πέμπτη, Μαΐου 01, 2008

Χρειάζονται και οι γιατροί…



Τα τελευταία χρόνια η δυνατότητα ενημέρωσης σε θέματα σχετικά με την αντιμετώπιση του διαβήτη είναι πολύ μεγάλη. Πολλοί από αυτούς που έχουν διαβήτη, κυρίως αυτοί με διαβήτη τύπου 1, έχουν πάνω από δύο μετρητές ζαχάρου και τα ανάλογα λογισμικά για να φτιάχνουν πίνακες και γραφικές παραστάσεις με τα δεδομένα των μετρήσεων που έχουν κάνει.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ορισμένοι να θεωρούν ότι δεν υπάρχει λόγος να έχουν τακτική επικοινωνία με κάποιο γιατρό, γιατί, όπως ισχυρίζονται: «δεν έχει να μου πει τίποτα περισσότερο από αυτά που ξέρω».

Κάνουν σε τακτά διαστήματα τον απαραίτητο οφθαλμολογικό έλεγχο, όπως και εξετάσεις στο μικροβιολόγο, ο οποίος ενημερώνει για το αν είναι καλά τα αποτελέσματα ή όχι.

Αν υπάρξει πρόβλημα τότε μόνον απευθύνονται σε κάποιον, συνήθως σε αυτόν που πήγαιναν πριν διακόψουν, για να τους το λύσει.

Αν θεωρήσουμε ότι το κυρίως έργο του θεραπευτή είναι να πει στον ασθενή του, πώς βλέπει την κατάσταση του, είτε τι πρέπει να κάνει, τότε πράγματι μπορεί να μην υπάρχει λόγος να γίνεται πιο συχνά η επίσκεψη από μια φορά το χρόνο.

Αν όμως δεχθούμε ότι ο ρόλος μας είναι να ακούσουμε τι έχει να μας πει ο ασθενής μας σχετικά με το πώς διαχειρίστηκε το διαβήτη του από το τελευταίο ραντεβού μέχρι σήμερα, ποιες δυσκολίες αντιμετώπισε, ποιους τρόπους επέλεξε για να τις ξεπεράσει, τότε οι τρείς μήνες που μεσολαβούν συνήθως είναι μεγάλος χρόνος.

Υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται χρόνια για να αποδεχθούν πραγματικά ότι έχουν χάσει αμετάκλητα, ένα μέρος της υγείας τους. Μπορεί όταν ήταν στο σχολείο, να είχαν βρει κάποιους τρόπους να το «τακτοποιήσουν». Όταν όμως αλλάξουν οι συνθήκες ζωής, επάγγελμα, προσωπικές σχέσεις κ.τ.λ. μπορεί, ο μέχρι τώρα τρόπος ζωής με τον διαβήτη, όχι μόνο να μην είναι λειτουργικός αλλά να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην καλή ρύθμιση του ζαχάρου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα: το παιδί που δεν λέει ότι έχει διαβήτη, όσο πηγαίνει σχολείο κάνει την ινσουλίνη τακτές ώρες στο σπίτι του, άρα δεν εκτίθεται σε συμμαθητές.

Όταν βρεθεί σε χώρο εργασίας ή σπουδάζει σε κάποια ανώτερη σχολή, τα ωράρια δεν είναι δεδομένα, το να βρίσκεται σπίτι σε συγκεκριμένες ώρες είναι δύσκολο και τότε, τα πράγματα δυσκολεύουν.

Η σχέση με τον γιατρό μπορεί να βοηθήσει στην απεμπλοκή και στην απελευθέρωση από το φόβο του «μην τυχόν και το ανακαλύψουν».

Η φοβία της υπογλυκαιμίας αποτελεί άλλον ένα αγκάθι στην καθημερινότητα ορισμένων από αυτούς που χρειάζεται να κάνουν ινσουλίνη.

Είναι ασύλληπτο το πόσο μπορεί να ταλαιπωρείται κανείς όταν διακατέχεται από υπερβολικό και αναιτιολόγητο φόβο, μήπως πάθει υπογλυκαιμία.

Συνήθως τα άτομα αυτά κάνουν 10 έως 15 μετρήσεις την ημέρα, 5-6 ενέσεις και παρόλα αυτά δεν έχουν καλή ρύθμιση του ζαχάρου τους.

Χρειάζεται κάποιος που να είναι γνώστης του προβλήματος διαβήτης-ινσουλίνη-υπογλυκαιμία, αλλά να μπορεί να κρατήσει απόσταση από αυτό, για να γίνει η «απευαισθητοποίηση» που θα οδηγήσει σε μια καλύτερη ποιότητα ζωής.

Νομίζω ότι σήμερα περισσότερο παρά ποτέ, ο γιατρός έχει καθοριστικό ρόλο να παίξει στην ρύθμιση του διαβήτη, με την προϋπόθεση βέβαια ότι πρώτα θα ακούσει και μετά, ανάλογα με αυτά που άκουσε, θα προσφέρει τη δική του βοήθεια

Κυριακή, Απριλίου 20, 2008

Ανακοίνωση

Ο συνάδελφος και φίλος Αντώνης Λιόλιος, τακτικός σχολιαστής του blog, με παρακάλεσε να φιλοξενήσω την αναγγελία του για το 6ο Συμπόσιο Εντατικολογίας που οργανώνει. Λεπτομέρειες ΕΔΩ.

Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2008

Επαναπροσδιορισμός στόχου

Πάει πολύς καιρός που δεν έγραψα ποστ. Δεν ήταν τόσο οι υποχρεώσεις, τα συνέδρια, κλπ., όσο η αίσθηση ότι δεν πέτυχα αυτό που φανταζόμουνα: να δημιουργηθεί ένας χώρος συζήτησης ανάμεσα σε άτομα με χρόνιο νόσημα, κυρίως βέβαια με διαβήτη. Νόμιζα ότι η ανωνυμία θα συνέβαλε στο να συμμετέχουν κυρίως αυτοί που επιλέγουν να μη λένε ότι έχουν διαβήτη.

Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Δεν είναι θέμα χρόνου. Πέρασαν δεκαπέντε μήνες από το πρώτο πόστ, πήρα πολλά θετικά και πολύ ζεστά σχόλια, όμως αυτοί που εγώ περίμενα, δεν ήρθαν. Μπορεί (και υποπτεύομαι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει) να διάβαζαν αυτά που έγραφα, χωρίς να σχολιάζουν και χωρίς να εκτεθούν.

Εγώ όμως, από τη φύση της δουλειάς μου, έχω μάθει – και με έχει γοητεύσει – στην ομορφιά και τη δύναμη της άμεσης επικοινωνίας. Αυτής που επιδιώκω και έχω με τους ασθενείς μου, σε καθημερινή βάση. Έτσι, μοιραία κατέληξα να σκέφτομαι: γιατί να κάθομαι να γράφω;

Δεν πιστεύω ότι έχω κάτι τόσο σημαντικό να πω, που αν δεν ειπωθεί θα μας λείψει.

Ίσως όμως τα θέματα που με απασχολούν σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης του προβλήματος υγείας του καθενός, καθώς και τη σχέση γιατρού-ασθενούς, έχουν ενδιαφέρον και αξίζει τον κόπο να προβληματισθούμε γύρω από αυτά.
Με άλλα λόγια, με ενδιαφέρει να συζητήσω και όχι να διδάξω.

Το περασμένο Σάββατο, ήμουνα στα Γιάννενα για να συντονίσω και να μιλήσω σε ένα κλινικό φροντιστήριο, σε Ημερίδα που διοργάνωνε η Διαβητολογική Εταιρεία.
Όταν τέλειωσα την ομιλία μου, με πλησίασαν ένας νεαρός και μια κοπέλα , φοιτητές της Ιατρικής, όπως μου είπαν, και με ρώτησαν γιατί σταμάτησα να γράφω στο blog.

Την ώρα εκείνη σε αυτό το χώρο, η ερώτηση με ξάφνιασε. Τους είπα αυτά που έγραψα ήδη εδώ. Η αντίδραση τους με ξάφνιασε ακόμα περισσότερο, μου είπαν : «όμως εμάς δεν μας διδάσκουν πουθενά το πώς να αντιμετωπίζουμε και να συμπεριφερόμαστε στους ασθενείς μας. Μέσα από το δικό σας blog μάθαμε πολλά».

Αυτή η «χρήση» του blog, δεν μου είχε περάσει από το μυαλό. Και ναι μεν δεν πιστεύω ότι μαθαίνεις το πώς να προσεγγίζεις τον ασθενή σου, διαβάζοντας πώς το κάνει κάποιος άλλος, αλλά νομίζω ότι τουλάχιστον μπορεί να σε βοηθήσει να δεις, τι ΔΕΝ πρέπει να κάνεις.

Επαναπροσδιορισμός αρχικού στόχου, λοιπόν. Αυτό είναι για μένα πιο δύσκολο. Δεν είμαι συγγραφέας, δεν γράφω για να εκφραστώ αλλά για να ξεκινήσω ένα διάλογο.

Αν το καταφέρω θα έχω και εγώ κάποιο όφελος. Μπορεί αυτό να είναι ένας τρόπος για πιο ελεύθερη αφήγηση, μια και το θέμα τώρα είναι ευρύτερο.

Θα δούμε.

Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2008

Μοιρολατρία ;




Σήμερα ήρθε στο ιατρείο μια γυναίκα γύρω στα 45, με διαβήτη τύπου 1 εδώ και 20 χρόνια.
Ήρθε για πρώτη φορά στο Κέντρο πριν από 10 μήνες και από τότε την έχω δει 4 φορές.
Μου επανέλαβε αυτό που μου είχε πει την πρώτη φορά που την είδα: «Εμένα το ζάχαρο μου δεν έχει ποτέ ρυθμιστεί».

Πρόκειται για μια καθηγήτρια ξένης γλώσσας, φαίνεται ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος , γυναίκα δραστήρια που ασχολείται, θα έλεγα με μαχητικό τρόπο με διάφορα πράγματα φιλολογικά και καλλιτεχνικά.

Κάνει 4 ενέσεις την ημέρα μετράει 2-3 φορές το ζάχαρο της, προσέχει αρκετά τη διατροφή της, έχει συχνές και κάποιες φορές βαριές υπογλυκαιμίες και έχει σχεδόν πάντα, γλυκοζυλιωμένη πάνω από 8%, πράγμα που σημαίνει ότι πράγματι το ζάχαρο της δεν είναι καθόλου καλά ρυθμισμένο.

Αυτό που μου έκανε τρομερή εντύπωση είναι ο τρόπος με τον οποίο μου δηλώνει ότι δεν μπορεί να ρυθμίσει το ζάχαρο της. Σαν αυτό να είναι κάτι το δεδομένο, που δεν μπορεί να αλλάξει , αυτή το έχει αποδεχθεί και καλό θα ήταν να το αποδεχόμουνα και εγώ.

Δεν πρόκειται για τον άνθρωπο που δεν είναι πρόθυμος να κάνει τίποτα, δεν μετράει το ζάχαρο του, δεν ακολουθεί σωστή διατροφή. Εντάξει, κάνει κάποιες παρεκτροπές, όπως λέει η ίδια, όχι όμως τέτοιες που να δικαιολογούν τις τιμές που έχει.

Δηλώνει με πολύ φυσικό τρόπο : «φαίνεται ότι εγώ δεν συνειδητοποίησα ποτέ μου ότι έχω διαβήτη και φέρομαι σαν να μην υπάρχει, ίσως γι αυτό να μην έχει ρυθμιστεί.»

Η εμπειρία μου είναι ότι αυτοί που αρνούνται την ύπαρξη του διαβήτη, ζουν σαν να μην υπάρχει, μετράνε ελάχιστες φορές το ζάχαρο, μπορεί να φάνε δυο τρία γλυκά μετά από γεύμα και κατά τεκμήριο δεν πάνε σε γιατρό παρά μόνο για να διατηρήσουν μια επαφή και να τους γράφει την συνταγή για την ινσουλίνη.

Η γυναίκα που είδα σήμερα, έδινε την εντύπωση ανθρώπου που ξέρει ότι έχει διαβήτη.
Στη συνέχεια της συζήτησης μου είπε: «μήπως υπάρχουν κάποιοι που έτσι και αλλιώς θα έχουν πάντα υψηλό ζάχαρο, ό,τι και να κάνουν. Βέβαια εγώ νοιώθω πάρα πολύ καλά όταν έχω ζάχαρο 300, αλλά ξέρω επίσης ότι σύντομα θα αρχίσουν να εμφανίζονται οι επιπλοκές. Πόσο καιρό μπορεί να αντέξει ο οργανισμός σε τόσο υψηλές τιμές, χωρίς να παρουσιάσει προβλήματα;».

Όλα αυτά ειπωμένα σαν “matter of fact”, σαν να μην την αφορούσαν. Έδινε την εντύπωση ότι είχε καταφέρει να αποδεχθεί τη μοίρα της και να είναι συμφιλιωμένη με αυτή.

Αυτό που δεν ξέρω είναι, αν περιμένει από μένα να μην συμφιλιωθώ με την άποψη της (ότι δεν γίνεται τίποτα) και να προσπαθήσω να καταφέρουμε μια καλύτερη ρύθμιση, ή να την δεχθώ με την μοιρολατρική της στάση και να πάψω να την ενθαρρύνω στο ότι μπορεί να τα καταφέρει.

Αυτό που βγήκε από τη συζήτηση μας είναι πως η πιθανότερη αιτία για την κακή ρύθμιση, είναι το ότι έχει συνηθίσει να βλέπει ιδιαίτερα υψηλές τιμές και δεν κάνει τις διορθωτικές κινήσεις (π. χ. αύξηση των μονάδων ινσουλίνης) όταν μετράει και βρίσκει υψηλή τιμή ζαχάρου. Η ίδια το αποδίδει σε φόβο υπογλυκαιμίας, αλλά και στο ότι «δεν έχει νόημα η όλη προσπάθεια, έτσι και αλλιώς δεν πρόκειται να τα καταφέρει».

Θα υπενθυμίσω ότι δεν πρόκειται για κάποια «κακομοίρα» που έχει παρόμοια στάση σε άλλους τομείς της ζωής της. Κάθε άλλο: σου δίνει την εντύπωση μιας γυναίκας με ήρεμη σιγουριά και αυτοπεποίθηση.

Η παρουσίαση της, σε αυτό εδώ το πόστ, με βοήθησε να τη δω διαφορετικά. Νομίζω ότι τελικά έχει δίκιο όταν λέει : «εγώ δεν δέχθηκα ποτέ ότι έχω διαβήτη».

Μπορεί την άρνηση της να την εκφράζει διαφορετικά από άλλους, αλλά σε τελευταία ανάλυση όσο δεν παλεύει για να πετύχει καλύτερη ρύθμιση, είναι γι αυτήν σαν να μην υπάρχει ο διαβήτης.

Άρα οι δικές μου προτάσεις για πιο αποδοτικά θεραπευτικά σχήματα, ή η ενθάρρυνση ότι μπορεί να τα καταφέρει, είναι πολύ πιθανόν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα, μια και αλλού είναι το πρόβλημα. Στο να καταλάβουμε, τόσο αυτή. όσο και εγώ, γιατί δεν μπόρεσε να ενσωματώσει το διαβήτη στη ζωή της.

Καλή Χρονιά σε όλους !

Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2007

Καλές Γιορτές

Τέτοιες γιορτινές μέρες, μόνο ευχές ταιριάζουν , ακόμα και στο blog.

Είναι λίγο πιο δύσκολες αυτές οι μέρες, για όσους έχουν διαβήτη ή έχουν έννοια το βάρος τους.
Όπου και να κοιτάξεις τα γλυκά υψώνονται σε πύργους και είναι όλα φίσκα σε θερμίδες.

Χωρίς αυτό να έχει θέση, διατροφικής παραίνεσης, να επισημάνω ότι δεν χρειάζεται να στερηθεί κανείς επειδή έχει διαβήτη, ούτε να ανέβει το ζάχαρο στα ύψη για να χαρεί έναν κουραμπιέ ή μια δίπλα.

Με μερικές μονάδες ινσουλίνης παραπάνω ή αν δεν είναι σε αγωγή με ινσουλίνη, με μείωση των άλλων υδατανθράκων , ψωμί ζυμαρικά , η ρύθμιση του ζαχάρου θα παραμείνει σε ικανοποιητικά επίπεδα.

Είναι ευκαιρία αυτές τις ημέρες, στην Αθήνα ή ακόμα περισσότερο αν βρίσκεσθε εκτός, να κινηθείτε λίγο παραπάνω από ότι συνήθως.

Είναι εντυπωσιακό το πόσο βοηθάει στο να καταναλωθεί το ζάχαρο και έτσι να μην ανέβει στο αίμα.

Υπάρχει βέβαια πάντα και η τακτική του « ας φάω τώρα να χαρώ και αρχίζω σκληρή προσπάθεια μετά τις γιορτές».

Τουλάχιστον να χαρείτε και να μην έχετε ενοχές.

Δεν βοηθάνε σε τίποτα, για να μην πω ότι κάνουν τα πράγματα χειρότερα.

Εύχομαι σε όλους να περάσετε καλά και να έχετε ένα ευτυχισμένο νέο έτος , εσείς και τα αγαπημένα σας πρόσωπα.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2007

Διακρίσεις και διακριτικότητα




Επιστροφή μετά από δίμηνη απουσία. Πολλά τα ταξίδια, οι ομιλίες , οι παρουσιάσεις για τη σαύρα που με τα σάλια της ρυθμίζει το ζάχαρο, όσων έχουν διαβήτη τύπου 2, δεν υπήρχε χρόνος για ποστ.

Τώρα επανέρχομαι γιατί , εκτός του ότι είναι κάπως πιο ήσυχα τα πράγματα, άκουσα σήμερα κάτι που με έκανε να νοιώσω αγανάκτηση και σκέφθηκα να το καταγράψω .

Ήρθε μια νέα κοπέλα που παρακολουθώ από τότε που εμφανίστηκε ο διαβήτης της, ήταν τότε 16 χρονών σήμερα πρέπει να είναι στα 25, να μου ζητήσει πιστοποιητικό ότι έχει διαβήτη γιατί πρόκειται να ταξιδέψει στις γιορτές.

Το ήθελε, για να μπορεί να έχει μαζί της στην τσάντα της τα στυλό με την ινσουλίνη , χωρίς να κινδυνεύει να της ζητήσουν να τα αφήσει στο τελωνείο, στα πλαίσια προστασίας από τρομοκρατικές ενέργειες.

Την ώρα που το δακτυλογραφούσα μου είπε, με έντονη πικρία:

«Ελπίζω να μην επαναληφθεί αυτό που έγινε πέρυσι.
Ταξίδευα και τότε με παρέα, οι περισσότεροι δεν ήξεραν ότι έχω διαβήτη.

Πλησίασα τον αστυνόμο που είναι στον έλεγχο των χειραποσκευών και διακριτικά του έδωσα την ιατρική βεβαίωση και του έδειξα τα δύο στυλό με την ινσουλίνη.

Ξαφνικά τον ακούω και φωνάζει στον συνάδελφο του στην άλλη άκρη του ιμάντα: “Η κοπέλα εδώ έχει διαβήτη και έχει ινσουλίνες μαζί της , αλλά έχει χαρτί γιατρού, εντάξει δεν είναι;”.

Κανείς από την παρέα μου δεν μου είπε τίποτα , αλλά ένοιωσα ότι οι διακοπές μου είχαν ήδη χαλάσει».

Πως μπορεί να εκπαιδευτεί αυτός ο λαός στο να καταλαβαίνει τι αποτελεί προσωπικό δεδομένο του καθενός και πώς να το σέβεται;

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2007

Η ευθύνη των ασθενών




Πριν από μια εβδομάδα ανέβασα ένα post σχετικά με την αντιμετώπιση που είχε κάποιος συγγενής μου όταν χρειάσθηκε να χειρουργηθεί σε ιδιωτικό θεραπευτήριο. Παρά το ότι, όπως ήταν αυτονόητο, δεν έκανα προσωπική αναφορά, μόλις ο συγγενής διάβασε το post, μου ζήτησε να το κατεβάσω διότι: «φαντάζεσαι να το διαβάσει ο χειρουργός που με χειρούργησε;».

Κατάλαβα ότι η αγωνία του δεν προερχόταν από φόβο μήπως κατηγορηθεί για δυσφήμηση του γιατρού. Παρά το ότι είμαι σίγουρη ότι δεν θα απευθυνόταν στον ίδιο αν προέκυπτε ανάγκη, έστω και αν αυτή η επέμβαση πήγε πολύ καλά, ήθελε «να τα έχει καλά μαζί του».

Αυτή την ανάγκη είμαι ηθικά υποχρεωμένη να την σεβασθώ, θα έλεγα μάλιστα ότι θα έπρεπε να έχω πάρει την άδεια του πριν καν το δημοσιεύσω.

Πολλές φορές ακούω τους ασθενείς να τσακώνονται στο διπλανό γραφείο με την γραμματέα του τμήματος σχετικά με την σειρά εξέτασης ή για άλλα διοικητικά θέματα. Όταν αυτή τους πει, μην τα λέτε σε μένα, περάστε να τα πείτε στον γιατρό, μπαίνουν στο γραφείο, εντελώς αλλαγμένοι. Είναι ευγενείς, ζητάνε συγγνώμη για το ότι δημιούργησαν πρόβλημα κ.τ.λ.

Έχει διαμορφωθεί μια παράδοξη κατάσταση όπου από τη μια οι ασθενείς αποδέχονται παθητικά μια αυταρχική συμπεριφορά εκ μέρους των γιατρών και παράλληλα τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι δικαστικές προσφυγές εναντίον των γιατρών.

Σε πρόσφατη έρευνα που έγινε για την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών Υγείας, η χώρα μας είχε ιδιαίτερα χαμηλή θέση. Ανάμεσα στα κριτήρια κατάταξης ήταν και το κατά πόσο οι ασθενείς είναι ενήμεροι και διεκδικούν την ενημέρωση και την πληροφόρηση σχετικά με την πάθηση τους.

Στην Ελλάδα, η πλειοψηφία των ασθενών, αισθάνεται δέος απέναντι στην αυθεντία που του προβάλει ο γιατρός του, δεν τολμάει να επιμείνει στο να ενημερωθεί για την πάθηση του, έτσι ώστε να καταλάβει τι ακριβώς του συμβαίνει και ποια είναι η πιθανότερη εξέλιξη.

Δέχεται να του φέρονται σαν να είναι μικρό παιδί, να τον προσβάλουν με έμμεσο τρόπο όπως π.χ.: «μα πως έχεις γίνει έτσι, πήρες 5 κιλά από την προηγούμενη φορά». Η δε συμμετοχή του στη λήψη αποφάσεων που αφορούν την υγεία του, κυρίως στα χρόνια νοσήματα, είναι ανύπαρκτη.

Από την άλλη, υποκινούμενοι πολλές φορές και από δικηγόρους, (φαίνεται ότι έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερος κλάδος), μηνύουν γιατρούς για οτιδήποτε φανταστούν ότι δεν έγινε σωστά, ακόμα και περιπτώσεις όπου είναι πασιφανές ότι δεν υπάρχει ιατρική παράλειψη.

Η εμπειρία από τις Η.Π.Α έδειξε ότι το σύστημα αυτό όχι μόνο δεν συνέβαλε στην βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας, αλλά αποτέλεσε τροχοπέδη .Σε πολλές περιπτώσεις γιατροί αρνήθηκαν να αναλάβουν περιστατικά επειδή προέβλεπαν κακή έκβαση. Οι κυρίως κερδισμένοι είναι οι ασφαλιστικές εταιρείες που ασφαλίζουν για όλο και μεγαλύτερα ποσά τους γιατρούς. Ο φόβος του malpractice διέπει πλέον σε μεγάλο βαθμό τη σχέση γιατρού- αρρώστου.

Πιστεύω ότι έχουμε μεγάλα περιθώρια να βελτιώσουμε την σχέση μας με τους ασθενείς μας. Χρειάζεται όμως προσπάθεια και από τις δύο πλευρές.

Το ότι η σχέση θεραπευτή – θεραπευόμενου είναι άνιση από τη φύση της, είναι αυτονόητο. Ο ασθενής εμπιστεύεται και περιμένει από τον γιατρό να του αποκαταστήσει την υγεία του. Πολλές φορές εξαρτάται πραγματικά η ζωή του από αυτόν. Είναι φυσικό λοιπόν να έχει μια σχέση δέους και εξάρτησης, ή, όταν όλα πάνε καλά και η αρρώστια αποτελεί παρελθόν, να διακατέχεται από αίσθημα ευγνωμοσύνης.

Αναφέρομαι στις περιπτώσεις όπου η νόσος εισβάλλει βίαια και απειλεί την ζωή του ατόμου, όπως είναι το έμφραγμα, το ατύχημα, ή ορισμένες επιθετικές μορφές καρκίνου κ.τ.λ.

Όμως στη πλειονότητα των περιπτώσεων οι ασθενείς, όταν μάλιστα πάσχουν από χρόνιο νόσημα, θα έπρεπε να έχουν την δυνατότητα και το χρόνο να επιλέξουν τον γιατρό τους και να κρίνουν κατά πόσο μπορεί να δημιουργήσουν σχέση μαζί του.

Τι γίνεται όμως στην πράξη;

Ο ασθενής καλεί τη κεντρική γραμματεία του Νοσοκομείου, στην καλύτερη των περιπτώσεων μιλάει με κάποια γραμματέα, αλλιώς δίνει τα στοιχεία σε αυτόματο τηλεφωνητή, παίρνει ένα ραντεβού για μερικούς μήνες χωρίς τις περισσότερες φορές να έχει την δυνατότητα επιλογής του γιατρού του.

Μετά την μεγάλη αναμονή και μέσα στην πίεση χρόνου είναι δύσκολο να δημιουργηθεί μία σωστή σχέση. Συχνά αντί για ανταλλαγή πληροφοριών και συμβουλών έχουμε ένταση και ρήξεις.

Έτσι μπορεί να βρεθούμε, εμείς γιατροί και λοιπό προσωπικό, μπροστά σε ωρυόμενους ασθενείς που απειλούν ότι «θα φέρουν τα κανάλια», κάθε φορά που δεν γίνεται αυτό που οι ίδιοι θεωρούν ότι θα έπρεπε να γίνει.

Η άλλη όψη είναι άτομα που δέχονται αδιαμαρτύρητα την συμπεριφορά ορισμένων γιατρών, μόνο και μόνο επειδή πιστεύουν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή.

Δεν είναι πια καιρός να μάθουμε τόσο οι γιατροί όσο και οι ασθενείς, ποιες είναι οι υποχρεώσεις μας αλλά και ποια τα δικαιώματα μας, καθώς και με ποιο τρόπο μπορούμε να τα διεκδικήσουμε;

Αν προκειμένου να παρακάμψουμε τη σειρά προτεραιότητας, είμαστε πρόθυμοι να δώσουμε «φακελάκι» σε όποιον μπορεί να μας εξυπηρετήσει, δεν γίνεται να διαμαρτυρόμαστε γιατί σε άλλη περίπτωση κάποιος, που προφανώς έδωσε περισσότερα, μας έφαγε τη σειρά.

Με διαφορετικό τρόπο, η κατάσταση φαίνεται απογοητευτική είτε πρόκειται για ιδιωτικό ή για δημόσιο νοσοκομείο.

Η εγχείρηση του συγγενούς μου, απλή χολοκυστεκτομή, στοίχισε 9.000 ευρώ. Ο άνθρωπος βγήκε από το ιδιωτικό θεραπευτήριο και δεν είχε ούτε ένα χαρτί με οδηγίες διατροφής, δεν του δόθηκε τηλέφωνο επικοινωνίας σε περίπτωση ανάγκης και δεν είχε ενημερωθεί για την μετεγχειρητική πορεία .

Για να αναφερθώ και στον χώρο μου, στα περισσότερα νοσοκομεία οι ασθενείς ξεκινάνε θεραπεία με ινσουλίνη στην διάρκεια της νοσηλείας τους και την ημέρα που παίρνουν εξιτήριο, πληροφορούνται ότι πρέπει να την συνεχίσουν στο σπίτι.

Δεν ξέρουν πώς να κάνουν την ένεση, δεν τους έχουν δοθεί οδηγίες αντιμετώπισης υπογλυκαιμίας, διαιτολόγιο, αισθάνονται χαμένοι και κανείς δεν θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο γι αυτό.

Άλλο θέμα παρεξήγησης των δικαιωμάτων: Έχω προσωπική εμπειρία του πόσο φθοροποιό είναι να διαπληκτίζεσαι σχεδόν καθημερινά, με κάποιους οι οποίοι έρχονται στο Διαβητολογικό Κέντρο και ζητάνε να τους γράψουμε τα δισκία ή την ινσουλίνη, που αρχικά τους χορήγησε κάποιος άλλος γιατρός. Στο ερώτημα γιατί δεν πάτε εκεί που σας τα συνέστησαν, η απάντηση συνήθως είναι: «δεν με βολεύει, εσείς είσαστε πιο κοντά» ή «γιατί; εσείς δεν μπορείτε να μου τα γράψετε;».

Είναι αδύνατον να καταλάβουν, ή μάλλον αρνούνται να καταλάβουν, ότι το να συνταγογραφήσουμε κάποια φάρμακα αποτελεί ιατρική πράξη και δεν είναι δυνατόν να γράφουμε όποια συνταγή μας φέρνουν, χωρίς να έχουμε εικόνα σε ποιόν την δίνουμε και αν συμφωνούμε με την θεραπεία την οποία υπογράφουμε.

Αναφέρω αυτό το παράδειγμα γιατί πιστεύω ότι αποτελεί χαρακτηριστικό της νοοτροπίας που μας διέπει, δηλαδή του να κάνει «την δουλειά του τώρα» έστω κι αν αυτό είναι εις βάρους του (γιατί μπορεί να έχουν αλλάξει οι ανάγκες του). Αυτή η στάση δεν αφορά βεβαίως μόνο το χώρο της Υγείας.

Όμως όσο διαιωνίζεται αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με όλα τα άλλα κακά (κατάσταση ασφαλιστικών ταμείων, έλλειψη πρωτοβάθμιας περίθαλψης, έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού, δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία) φοβάμαι ότι θα παραμείνουμε για πολλά χρόνια σε χαμηλή κατάταξη, μεταξύ των χωρών της Ευρώπης.

Η πρόσφατη εμπειρία μου, μου έδειξε ότι ούτε ο ιδιωτικός χώρος αποτελεί, τουλάχιστον σήμερα, ελκυστική εναλλακτική πρόταση.

Ο συγγενής μου, όπως και πολλοί άλλοι, δεν διαμαρτυρήθηκε, εκεί που έπρεπε, αλλά φοβήθηκε μήπως ενοχληθεί ο γιατρός του, αν διάβαζε το post που περιέγραφα την κατάσταση και μου ζήτησε να το κατεβάσω.

Μηπως λοιπόν πέρα από τά μύρια όσα κακά του συστήματος περίθαλψης στη χώρα μας, φταίμε και εμείς, ως ασθενείς, που δεν διεκδικούμε σωστά τα δικαιώματα μας, αλλά φροντίζουμε απλώς να βολευτούμε;

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 09, 2007

Να προχωρήσω;



Πριν από μερικές μέρες, ήρθε στο γραφείο μου μια νέα γυναίκα που εργάζεται στο λογιστήριο του νοσοκομείου. Είχε ζητήσει να με δει για «προσωπικό» θέμα και έδειχνε αμήχανη και σαν να είχε μετανιώσει που είχε έρθει.

Με αρκετή δυσκολία ξεκίνησε λέγοντας: «έχω γνωρίσει εδώ και μερικούς μήνες κάποιον νέο ο οποίος έχει από μικρό παιδί διαβήτη. Ήθελα να σας ρωτήσω να συνεχίσω μαζί του ή θα έχω προβλήματα στο μέλλον, τι πιθανότητες υπάρχουν, τώρα είναι 36 χρονών, σε δέκα χρόνια από τώρα να έχει σοβαρές επιπλοκές, μια και έχει ήδη 20 χρόνια διαβήτη;

Την στιγμή που ολοκλήρωνα την ερώτηση: εσύ τον αγαπάς; συνειδητοποίησα ότι αυτό που ρώταγα δεν είχε νόημα, γιατί αν ήταν ερωτευμένη, δεν θα έκανε αυτή τη συζήτηση μαζί μου. Η απάντηση της το επιβεβαίωσε, αλλά ταυτόχρονα μου έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα.

- Δεν πρόκειται για τρελό έρωτα, από τις δύο μεριές. Γνωριστήκαμε πριν από 6 μήνες, περνάμε πολύ καλά μαζί, ταιριάζουμε ερωτικά και ενδιαφέρεται πολύ ο ένας για τον άλλον. Μου είπε από την αρχή για το διαβήτη, πράγμα που εκτίμησα πάρα πολύ.

Δεν ζήταγε εγγύηση για το μέλλον, ήθελε να ξέρει τι πιθανότητες υπάρχουν όταν αυτή θα είναι 40 και ο άνδρας της 46 ετών και θα έχουν ένα ή δύο μικρά παιδιά, να αντιμετωπίζει μια δική του αρχόμενη νεφρική ανεπάρκεια ή την απειλή ενός καρδιαγγειακού επεισοδίου.

Την ρώτησα , αν σου έλεγα ότι έχει πολλές πιθανότητες να έχει κάποια επιπλοκή, θα διέκοπτες τώρα τη σχέση σου;

Η απάντηση της με ξαλάφρωσε «δεν νομίζω».

Η δική μου αίσθηση ήταν ότι τον αγαπούσε περισσότερο από ότι μου είχε δηλώσει, ότι είχε ήδη πάρει την απόφαση της αλλά, για να είναι εντάξει με τον εαυτό της, ήθελε να έχει και μια έγκυρη γνώμη.

Η παράθεση στατιστικών στοιχείων δεν βοηθάει καθόλου σε παρόμοιες περιπτώσεις, από την άλλη θεωρώ αντιδεοντολογικό να επηρεάσω κάποιον με προτροπές του τύπου «προχώρα όλα θα πάνε καλά» ή και το αντίθετο «καλύτερα μην μπλέξεις», άσε που δεν νομίζω ότι θα έχουν καθοριστική βαρύτητα, αλλά μπορεί να προκαλέσουν έντονη σύγχυση.

Πήρα πληροφορίες σχετικά με το πώς ο φίλος της, χειρίζεται το ζάχαρο του, με το αν έχει κάποιες επιπλοκές και τι έχουν συζητήσει γύρω από το θέμα. Μου είπε μάλιστα ότι θα ήθελαν να έρθουν και οι δύο να με δουν και να τον παρακολουθώ από και πέρα.

Της έδωσα μια ενθαρρυντική προοπτική, με δεδομένο ότι πρόκειται για κάποιον που έχει καλή ρύθμιση, άρα καταρχήν μπορεί κανείς να πιστεύει ότι , εφόσον δεν έχει κάνει σημαντικές επιπλοκές μέχρι τώρα, δεν θα έχει και στο μέλλον. Εστίασα περισσότερο σε αυτό που η ίδια φαίνεται να νοιώθει, ότι δηλαδή βρίσκεται με κάποιον που την καταλαβαίνει, νοιάζεται γι αυτήν (έχω την εντύπωση από τη σύντομη συζήτηση μας ότι αυτό είναι κάτι καινούργιο γι αυτήν) και που μέσα σε όλα τα άλλα έχει και διαβήτη. Της τόνισα ότι κανείς βεβαίως δεν μπορεί να πάρει απόφαση για λογαριασμό της και ότι όποια και να είναι η απόφαση της, να είναι δική της και όχι αποτέλεσμα πιέσεων από το περιβάλλον της.

Μέχρι πριν μερικά χρόνια, είχα «ξεκάθαρες αλήθειες» μέσα στο μυαλό μου, σχετικά με τους ασθενείς μου και την σχέση μου με αυτούς. Πίστευα ότι μπορούσα να σηκώνω μαζί τους το φορτίο του διαβήτη, ότι θα έπρεπε όλοι να μπορούν να κοινοποιούν το πρόβλημα της υγεία τους, άσχετα με το πόσο αποδεκτό θα γίνει αυτό από τους άλλους και πολλά άλλα παρόμοια.

Θέλω να πιστεύω ότι , μετά από δουλειά με τον εαυτό μου, έχω μια πιο ουσιαστική και ρεαλιστική εικόνα για το πόσο μπορώ να βοηθήσω.

Η επίσκεψη αυτής της γυναίκας, που ανήκει στην άλλη όχθη, όχι αυτή των ασθενών μου, μου έδειξε πόσο πολύπλοκη και πολυσήμαντη είναι η διαχείριση παρόμοιων καταστάσεων.

Γιατί πρέπει να πω ότι δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση στο τι θα της έλεγα αν επρόκειτο για τον ίδιο νέο άνδρα, με ήδη εγκαταστημένες επιπλοκές.

Γιατί το τι θα έλεγα σε αυτή τη γυναίκα , είναι απόλυτα συνδεδεμένο με το τι λέω στους νέους με διαβήτη τύπου1 που παρακολουθώ, και πόσο ειλικρινής και γνήσια είμαι μαζί τους. Όταν εκείνους τους ενθαρρύνω να προχωρούν, πώς θα μπορούσα να της πω το αντίθετο;


Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2007

Οι πληγωμένοι που πληγώνουν



Κάθε πρωί, για να πάω στο νοσοκομείο, περνάω με το αυτοκίνητο μου μπροστά από ένα οίκημα του ΟΚΑΝΑ στην Καποδιστρίου, λίγο πριν από την Σωκράτους. Βρίσκομαι εκεί γύρω στις 08.15. Κάθε μέρα βλέπω στην είσοδο του κτιρίου καμιά δεκαριά χρήστες. Άλλοι κάθονται στα σκαλιά, άλλοι γύρω από την είσοδο. Φαίνεται ότι δεν έχουν έρθει ακόμα οι υπεύθυνοι.

Δεν νομίζω ότι πρόκειται για μονάδα απεξάρτησης, γιατί είναι άτομα, άνδρες επί το πλείστον, σχετικά μεγάλης ηλικίας. Έχω σκεφθεί μήπως πρόκειται για κάποιον από τους σταθμούς χορήγησης μεθαδόνης, σε αυτούς που δεν υπάρχει ελπίς να απεξαρτηθούν. Τουλάχιστον να παίρνουν την υποκατάστατη ουσία νόμιμα.

Προχθές τους παρακολουθούσα όσην ώρα περίμενα μπροστά στο κόκκινο φανάρι. (Πάντα με σταματάει εκεί το κόκκινο). Ενώ συνήθως βλέπω αποστεωμένους μεσήλικες (μήπως φαίνονται πολύ μεγαλύτεροι λόγω της χρήσης;) με χαρακιές, πρησμένα χέρια, μακριά βρώμικα μαλλιά και ρούχα κουρέλια – χθες είδα και δύο πολύ νεότερα παιδιά.

Τράβηξαν την προσοχή μου όχι μόνο επειδή ήταν νεώτεροι από τους άλλους αλλά κυρίως γιατί ήταν όμορφα παιδιά.

Ένοιωσα μεγάλη θλίψη που τους είδα εκεί και μέχρι να φτάσω στο πάρκινγκ και μετά στο νοσοκομείο, σκεφτόμουνα αυτό που μου έρχεται πάντα στο νου σε ανάλογες περιπτώσεις : ότι αυτός ή αυτή, υπήρξε κάποτε παιδί για το οποίο κάποια μάνα έκανε όνειρα για το μέλλον του και τώρα είναι στην Ομόνοια με μισόκλειστα μάτια να ζητιανεύει για την επόμενη δόση.

Τι φταίει; Γιατί αυξήθηκε ο αριθμός των χρηστών τόσο πολύ; Τι θα μπορούσε να γίνει; Σίγουρα τα μέχρι τώρα προγράμματα ελάχιστα αποδίδουν… Μέχρι που έφτασα στο τμήμα μου.

Μετά από μερικές ώρες με φωνάξανε στο ΤΕΠ (Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών). Ήταν η ημέρα που ήμουν συντονίστρια εφημερίας και έπρεπε να ενημερωθώ σχετικά με την διάθεση των κρεβατιών του νοσοκομείου.

Στο ΤΕΠ γινότανε χαμός. Δύο ηλικιωμένοι με εγκεφαλικό, στο διπλανό κρεβάτι μια νέα γυναίκα με οξύ έμφραγμα (έπρεπε οπωσδήποτε να βρεθεί κρεβάτι και να μεταφερθεί σε μονάδα) κάποιος άλλος με κωλικό βόγκαγε από τους πόνους και δεν ξέρω και τι άλλο υπήρχε.

Και μέσα σε όλα αυτά, ένας άνδρας γύρω στα 40 να φωνάζει και να βρίζει τους πάντες γιατί, όπως έλεγε: «τι μου κάνατε και ενώ περίμενα να την ‘ακούσω’ με καταστρέψατε!».

Τον είχανε βρει σωριασμένο αναίσθητο, λίγο παρακάτω, τον έφεραν στο Νοσοκομείο, του έγινε ένεση που μπλοκάρει τη δράση της ηρωίνης και τώρα έβριζε τους πάντες γιατί πήγε χαμένη η δόση του και δεν τον άφησαν στο χάσιμο του.

Δεν είναι μόνο που φώναζε και έβριζε, αλλά χτυπιόταν πάνω στο κρεβάτι και λόγω του ότι ήταν ακόμα υπό την επήρεια του ναρκωτικού, ή έπεφτε κάτω ή έπαιρνε φόρα και εκσφενδονιζόταν στον απέναντι τοίχο.

Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αποσυντονίζονται όλοι όταν, από τη μια έχουν να αντιμετωπίσουν σοβαρά επείγοντα ιατρικά περιστατικά και από την άλλη πρέπει κάποιος να κρατάει τον άνθρωπο αυτόν για να μην χτυπήσει και ανοίξει το κεφάλι του.

Ας σημειωθεί ότι το νοσηλευτικό προσωπικό ούτε κατά διάνοια επαρκεί για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες του ΤΕΠ.

Όλη την ώρα που χρειάσθηκε να παραμείνω στα Επείγοντα, είχα αρχίσει να αγανακτώ με αυτόν τον άνθρωπο που δημιουργούσε πρόβλημα, δεν μας άφηνε να ασχοληθούμε με αυτούς που η αρρώστια τους βρήκε – δεν την έψαξαν!

Σκεπτόμουνα τι νόημα έχει να κάνουμε οτιδήποτε. Μόλις βγει, το πρώτο πράγμα που θα κάνει είναι να κοιτάξει να εξασφαλίσει την επόμενη δόση του.

Πόσο εύκολο και ανώδυνο είναι να γίνονται τηλεοπτικές συζητήσεις με ευαισθησία κοινωνικού τύπου, για την «μάστιγα των ναρκωτικών» και το πρόβλημα όλων αυτών των «παιδιών».

Αισθανόμουνα ενοχές που έβλεπα τα πράγματα μέσα από αυτό το πρίσμα και ταυτόχρονα σκεπτόμουν: ας είχαμε την δυνατότητα να περιθάλψουμε και να φροντίσουμε τα περιστατικά που έχουμε τώρα εδώ μέσα… και θα βλέπαμε μετά πόση ευαισθησία απομένει για τον άλλον που φωνάζει στην νοσηλεύτρια: «μωρή σκρόφα τι μου έκανες»!

Ευτυχώς, δεν χρειάσθηκε να κάτσω για πολύ.

Το μεσημέρι, φεύγοντας πέρασα από τη Γερανίου. Ακουμπισμένο σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο ένα κορίτσι γύρω στα 20, με τρύπες και χαλκάδες στη μύτη, με σημάδια από παλιές κακοφορμισμένες ενέσεις στα χέρια, ντυμένο για να σηματοδοτήσει ανάλογα, κάνει πεζοδρόμιο, προφανώς για την εξασφάλιση της επόμενης δόσης.

Ένοιωσα πάλι μεγάλη λύπη. Θα ήθελα να μπορούσα κάτι να κάνω. Προσπέρασα ξέροντας πολύ καλά ότι το θέμα είναι τεράστιο και είναι αφελές να το βλέπει κανείς με κριτήρια καλού Σαμαρείτη.

Μου ήρθε βέβαια στο μυαλό ο τύπος του ΤΕΠ και κατέληξα με την σκέψη: «τι να πω; δεν ξέρω».