Πέμπτη, Μάϊος 01, 2008

Χρειάζονται και οι γιατροί…



Τα τελευταία χρόνια η δυνατότητα ενημέρωσης σε θέματα σχετικά με την αντιμετώπιση του διαβήτη είναι πολύ μεγάλη. Πολλοί από αυτούς που έχουν διαβήτη, κυρίως αυτοί με διαβήτη τύπου 1, έχουν πάνω από δύο μετρητές ζαχάρου και τα ανάλογα λογισμικά για να φτιάχνουν πίνακες και γραφικές παραστάσεις με τα δεδομένα των μετρήσεων που έχουν κάνει.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ορισμένοι να θεωρούν ότι δεν υπάρχει λόγος να έχουν τακτική επικοινωνία με κάποιο γιατρό, γιατί, όπως ισχυρίζονται: «δεν έχει να μου πει τίποτα περισσότερο από αυτά που ξέρω».

Κάνουν σε τακτά διαστήματα τον απαραίτητο οφθαλμολογικό έλεγχο, όπως και εξετάσεις στο μικροβιολόγο, ο οποίος ενημερώνει για το αν είναι καλά τα αποτελέσματα ή όχι.

Αν υπάρξει πρόβλημα τότε μόνον απευθύνονται σε κάποιον, συνήθως σε αυτόν που πήγαιναν πριν διακόψουν, για να τους το λύσει.

Αν θεωρήσουμε ότι το κυρίως έργο του θεραπευτή είναι να πει στον ασθενή του, πώς βλέπει την κατάσταση του, είτε τι πρέπει να κάνει, τότε πράγματι μπορεί να μην υπάρχει λόγος να γίνεται πιο συχνά η επίσκεψη από μια φορά το χρόνο.

Αν όμως δεχθούμε ότι ο ρόλος μας είναι να ακούσουμε τι έχει να μας πει ο ασθενής μας σχετικά με το πώς διαχειρίστηκε το διαβήτη του από το τελευταίο ραντεβού μέχρι σήμερα, ποιες δυσκολίες αντιμετώπισε, ποιους τρόπους επέλεξε για να τις ξεπεράσει, τότε οι τρείς μήνες που μεσολαβούν συνήθως είναι μεγάλος χρόνος.

Υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται χρόνια για να αποδεχθούν πραγματικά ότι έχουν χάσει αμετάκλητα, ένα μέρος της υγείας τους. Μπορεί όταν ήταν στο σχολείο, να είχαν βρει κάποιους τρόπους να το «τακτοποιήσουν». Όταν όμως αλλάξουν οι συνθήκες ζωής, επάγγελμα, προσωπικές σχέσεις κ.τ.λ. μπορεί, ο μέχρι τώρα τρόπος ζωής με τον διαβήτη, όχι μόνο να μην είναι λειτουργικός αλλά να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην καλή ρύθμιση του ζαχάρου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα: το παιδί που δεν λέει ότι έχει διαβήτη, όσο πηγαίνει σχολείο κάνει την ινσουλίνη τακτές ώρες στο σπίτι του, άρα δεν εκτίθεται σε συμμαθητές.

Όταν βρεθεί σε χώρο εργασίας ή σπουδάζει σε κάποια ανώτερη σχολή, τα ωράρια δεν είναι δεδομένα, το να βρίσκεται σπίτι σε συγκεκριμένες ώρες είναι δύσκολο και τότε, τα πράγματα δυσκολεύουν.

Η σχέση με τον γιατρό μπορεί να βοηθήσει στην απεμπλοκή και στην απελευθέρωση από το φόβο του «μην τυχόν και το ανακαλύψουν».

Η φοβία της υπογλυκαιμίας αποτελεί άλλον ένα αγκάθι στην καθημερινότητα ορισμένων από αυτούς που χρειάζεται να κάνουν ινσουλίνη.

Είναι ασύλληπτο το πόσο μπορεί να ταλαιπωρείται κανείς όταν διακατέχεται από υπερβολικό και αναιτιολόγητο φόβο, μήπως πάθει υπογλυκαιμία.

Συνήθως τα άτομα αυτά κάνουν 10 έως 15 μετρήσεις την ημέρα, 5-6 ενέσεις και παρόλα αυτά δεν έχουν καλή ρύθμιση του ζαχάρου τους.

Χρειάζεται κάποιος που να είναι γνώστης του προβλήματος διαβήτης-ινσουλίνη-υπογλυκαιμία, αλλά να μπορεί να κρατήσει απόσταση από αυτό, για να γίνει η «απευαισθητοποίηση» που θα οδηγήσει σε μια καλύτερη ποιότητα ζωής.

Νομίζω ότι σήμερα περισσότερο παρά ποτέ, ο γιατρός έχει καθοριστικό ρόλο να παίξει στην ρύθμιση του διαβήτη, με την προϋπόθεση βέβαια ότι πρώτα θα ακούσει και μετά, ανάλογα με αυτά που άκουσε, θα προσφέρει τη δική του βοήθεια

Κυριακή, Απρίλιος 20, 2008

Ανακοίνωση

Ο συνάδελφος και φίλος Αντώνης Λιόλιος, τακτικός σχολιαστής του blog, με παρακάλεσε να φιλοξενήσω την αναγγελία του για το 6ο Συμπόσιο Εντατικολογίας που οργανώνει. Λεπτομέρειες ΕΔΩ.

Δευτέρα, Μάρτιος 24, 2008

Επαναπροσδιορισμός στόχου

Πάει πολύς καιρός που δεν έγραψα ποστ. Δεν ήταν τόσο οι υποχρεώσεις, τα συνέδρια, κλπ., όσο η αίσθηση ότι δεν πέτυχα αυτό που φανταζόμουνα: να δημιουργηθεί ένας χώρος συζήτησης ανάμεσα σε άτομα με χρόνιο νόσημα, κυρίως βέβαια με διαβήτη. Νόμιζα ότι η ανωνυμία θα συνέβαλε στο να συμμετέχουν κυρίως αυτοί που επιλέγουν να μη λένε ότι έχουν διαβήτη.

Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Δεν είναι θέμα χρόνου. Πέρασαν δεκαπέντε μήνες από το πρώτο πόστ, πήρα πολλά θετικά και πολύ ζεστά σχόλια, όμως αυτοί που εγώ περίμενα, δεν ήρθαν. Μπορεί (και υποπτεύομαι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει) να διάβαζαν αυτά που έγραφα, χωρίς να σχολιάζουν και χωρίς να εκτεθούν.

Εγώ όμως, από τη φύση της δουλειάς μου, έχω μάθει – και με έχει γοητεύσει – στην ομορφιά και τη δύναμη της άμεσης επικοινωνίας. Αυτής που επιδιώκω και έχω με τους ασθενείς μου, σε καθημερινή βάση. Έτσι, μοιραία κατέληξα να σκέφτομαι: γιατί να κάθομαι να γράφω;

Δεν πιστεύω ότι έχω κάτι τόσο σημαντικό να πω, που αν δεν ειπωθεί θα μας λείψει.

Ίσως όμως τα θέματα που με απασχολούν σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης του προβλήματος υγείας του καθενός, καθώς και τη σχέση γιατρού-ασθενούς, έχουν ενδιαφέρον και αξίζει τον κόπο να προβληματισθούμε γύρω από αυτά.
Με άλλα λόγια, με ενδιαφέρει να συζητήσω και όχι να διδάξω.

Το περασμένο Σάββατο, ήμουνα στα Γιάννενα για να συντονίσω και να μιλήσω σε ένα κλινικό φροντιστήριο, σε Ημερίδα που διοργάνωνε η Διαβητολογική Εταιρεία.
Όταν τέλειωσα την ομιλία μου, με πλησίασαν ένας νεαρός και μια κοπέλα , φοιτητές της Ιατρικής, όπως μου είπαν, και με ρώτησαν γιατί σταμάτησα να γράφω στο blog.

Την ώρα εκείνη σε αυτό το χώρο, η ερώτηση με ξάφνιασε. Τους είπα αυτά που έγραψα ήδη εδώ. Η αντίδραση τους με ξάφνιασε ακόμα περισσότερο, μου είπαν : «όμως εμάς δεν μας διδάσκουν πουθενά το πώς να αντιμετωπίζουμε και να συμπεριφερόμαστε στους ασθενείς μας. Μέσα από το δικό σας blog μάθαμε πολλά».

Αυτή η «χρήση» του blog, δεν μου είχε περάσει από το μυαλό. Και ναι μεν δεν πιστεύω ότι μαθαίνεις το πώς να προσεγγίζεις τον ασθενή σου, διαβάζοντας πώς το κάνει κάποιος άλλος, αλλά νομίζω ότι τουλάχιστον μπορεί να σε βοηθήσει να δεις, τι ΔΕΝ πρέπει να κάνεις.

Επαναπροσδιορισμός αρχικού στόχου, λοιπόν. Αυτό είναι για μένα πιο δύσκολο. Δεν είμαι συγγραφέας, δεν γράφω για να εκφραστώ αλλά για να ξεκινήσω ένα διάλογο.

Αν το καταφέρω θα έχω και εγώ κάποιο όφελος. Μπορεί αυτό να είναι ένας τρόπος για πιο ελεύθερη αφήγηση, μια και το θέμα τώρα είναι ευρύτερο.

Θα δούμε.

Τρίτη, Ιανουάριος 08, 2008

Μοιρολατρία ;




Σήμερα ήρθε στο ιατρείο μια γυναίκα γύρω στα 45, με διαβήτη τύπου 1 εδώ και 20 χρόνια.
Ήρθε για πρώτη φορά στο Κέντρο πριν από 10 μήνες και από τότε την έχω δει 4 φορές.
Μου επανέλαβε αυτό που μου είχε πει την πρώτη φορά που την είδα: «Εμένα το ζάχαρο μου δεν έχει ποτέ ρυθμιστεί».

Πρόκειται για μια καθηγήτρια ξένης γλώσσας, φαίνεται ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος , γυναίκα δραστήρια που ασχολείται, θα έλεγα με μαχητικό τρόπο με διάφορα πράγματα φιλολογικά και καλλιτεχνικά.

Κάνει 4 ενέσεις την ημέρα μετράει 2-3 φορές το ζάχαρο της, προσέχει αρκετά τη διατροφή της, έχει συχνές και κάποιες φορές βαριές υπογλυκαιμίες και έχει σχεδόν πάντα, γλυκοζυλιωμένη πάνω από 8%, πράγμα που σημαίνει ότι πράγματι το ζάχαρο της δεν είναι καθόλου καλά ρυθμισμένο.

Αυτό που μου έκανε τρομερή εντύπωση είναι ο τρόπος με τον οποίο μου δηλώνει ότι δεν μπορεί να ρυθμίσει το ζάχαρο της. Σαν αυτό να είναι κάτι το δεδομένο, που δεν μπορεί να αλλάξει , αυτή το έχει αποδεχθεί και καλό θα ήταν να το αποδεχόμουνα και εγώ.

Δεν πρόκειται για τον άνθρωπο που δεν είναι πρόθυμος να κάνει τίποτα, δεν μετράει το ζάχαρο του, δεν ακολουθεί σωστή διατροφή. Εντάξει, κάνει κάποιες παρεκτροπές, όπως λέει η ίδια, όχι όμως τέτοιες που να δικαιολογούν τις τιμές που έχει.

Δηλώνει με πολύ φυσικό τρόπο : «φαίνεται ότι εγώ δεν συνειδητοποίησα ποτέ μου ότι έχω διαβήτη και φέρομαι σαν να μην υπάρχει, ίσως γι αυτό να μην έχει ρυθμιστεί.»

Η εμπειρία μου είναι ότι αυτοί που αρνούνται την ύπαρξη του διαβήτη, ζουν σαν να μην υπάρχει, μετράνε ελάχιστες φορές το ζάχαρο, μπορεί να φάνε δυο τρία γλυκά μετά από γεύμα και κατά τεκμήριο δεν πάνε σε γιατρό παρά μόνο για να διατηρήσουν μια επαφή και να τους γράφει την συνταγή για την ινσουλίνη.

Η γυναίκα που είδα σήμερα, έδινε την εντύπωση ανθρώπου που ξέρει ότι έχει διαβήτη.
Στη συνέχεια της συζήτησης μου είπε: «μήπως υπάρχουν κάποιοι που έτσι και αλλιώς θα έχουν πάντα υψηλό ζάχαρο, ό,τι και να κάνουν. Βέβαια εγώ νοιώθω πάρα πολύ καλά όταν έχω ζάχαρο 300, αλλά ξέρω επίσης ότι σύντομα θα αρχίσουν να εμφανίζονται οι επιπλοκές. Πόσο καιρό μπορεί να αντέξει ο οργανισμός σε τόσο υψηλές τιμές, χωρίς να παρουσιάσει προβλήματα;».

Όλα αυτά ειπωμένα σαν “matter of fact”, σαν να μην την αφορούσαν. Έδινε την εντύπωση ότι είχε καταφέρει να αποδεχθεί τη μοίρα της και να είναι συμφιλιωμένη με αυτή.

Αυτό που δεν ξέρω είναι, αν περιμένει από μένα να μην συμφιλιωθώ με την άποψη της (ότι δεν γίνεται τίποτα) και να προσπαθήσω να καταφέρουμε μια καλύτερη ρύθμιση, ή να την δεχθώ με την μοιρολατρική της στάση και να πάψω να την ενθαρρύνω στο ότι μπορεί να τα καταφέρει.

Αυτό που βγήκε από τη συζήτηση μας είναι πως η πιθανότερη αιτία για την κακή ρύθμιση, είναι το ότι έχει συνηθίσει να βλέπει ιδιαίτερα υψηλές τιμές και δεν κάνει τις διορθωτικές κινήσεις (π. χ. αύξηση των μονάδων ινσουλίνης) όταν μετράει και βρίσκει υψηλή τιμή ζαχάρου. Η ίδια το αποδίδει σε φόβο υπογλυκαιμίας, αλλά και στο ότι «δεν έχει νόημα η όλη προσπάθεια, έτσι και αλλιώς δεν πρόκειται να τα καταφέρει».

Θα υπενθυμίσω ότι δεν πρόκειται για κάποια «κακομοίρα» που έχει παρόμοια στάση σε άλλους τομείς της ζωής της. Κάθε άλλο: σου δίνει την εντύπωση μιας γυναίκας με ήρεμη σιγουριά και αυτοπεποίθηση.

Η παρουσίαση της, σε αυτό εδώ το πόστ, με βοήθησε να τη δω διαφορετικά. Νομίζω ότι τελικά έχει δίκιο όταν λέει : «εγώ δεν δέχθηκα ποτέ ότι έχω διαβήτη».

Μπορεί την άρνηση της να την εκφράζει διαφορετικά από άλλους, αλλά σε τελευταία ανάλυση όσο δεν παλεύει για να πετύχει καλύτερη ρύθμιση, είναι γι αυτήν σαν να μην υπάρχει ο διαβήτης.

Άρα οι δικές μου προτάσεις για πιο αποδοτικά θεραπευτικά σχήματα, ή η ενθάρρυνση ότι μπορεί να τα καταφέρει, είναι πολύ πιθανόν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα, μια και αλλού είναι το πρόβλημα. Στο να καταλάβουμε, τόσο αυτή. όσο και εγώ, γιατί δεν μπόρεσε να ενσωματώσει το διαβήτη στη ζωή της.

Καλή Χρονιά σε όλους !

Σάββατο, Δεκέμβριος 22, 2007

Καλές Γιορτές

Τέτοιες γιορτινές μέρες, μόνο ευχές ταιριάζουν , ακόμα και στο blog.

Είναι λίγο πιο δύσκολες αυτές οι μέρες, για όσους έχουν διαβήτη ή έχουν έννοια το βάρος τους.
Όπου και να κοιτάξεις τα γλυκά υψώνονται σε πύργους και είναι όλα φίσκα σε θερμίδες.

Χωρίς αυτό να έχει θέση, διατροφικής παραίνεσης, να επισημάνω ότι δεν χρειάζεται να στερηθεί κανείς επειδή έχει διαβήτη, ούτε να ανέβει το ζάχαρο στα ύψη για να χαρεί έναν κουραμπιέ ή μια δίπλα.

Με μερικές μονάδες ινσουλίνης παραπάνω ή αν δεν είναι σε αγωγή με ινσουλίνη, με μείωση των άλλων υδατανθράκων , ψωμί ζυμαρικά , η ρύθμιση του ζαχάρου θα παραμείνει σε ικανοποιητικά επίπεδα.

Είναι ευκαιρία αυτές τις ημέρες, στην Αθήνα ή ακόμα περισσότερο αν βρίσκεσθε εκτός, να κινηθείτε λίγο παραπάνω από ότι συνήθως.

Είναι εντυπωσιακό το πόσο βοηθάει στο να καταναλωθεί το ζάχαρο και έτσι να μην ανέβει στο αίμα.

Υπάρχει βέβαια πάντα και η τακτική του « ας φάω τώρα να χαρώ και αρχίζω σκληρή προσπάθεια μετά τις γιορτές».

Τουλάχιστον να χαρείτε και να μην έχετε ενοχές.

Δεν βοηθάνε σε τίποτα, για να μην πω ότι κάνουν τα πράγματα χειρότερα.

Εύχομαι σε όλους να περάσετε καλά και να έχετε ένα ευτυχισμένο νέο έτος , εσείς και τα αγαπημένα σας πρόσωπα.

Δευτέρα, Δεκέμβριος 10, 2007

Διακρίσεις και διακριτικότητα




Επιστροφή μετά από δίμηνη απουσία. Πολλά τα ταξίδια, οι ομιλίες , οι παρουσιάσεις για τη σαύρα που με τα σάλια της ρυθμίζει το ζάχαρο, όσων έχουν διαβήτη τύπου 2, δεν υπήρχε χρόνος για ποστ.

Τώρα επανέρχομαι γιατί , εκτός του ότι είναι κάπως πιο ήσυχα τα πράγματα, άκουσα σήμερα κάτι που με έκανε να νοιώσω αγανάκτηση και σκέφθηκα να το καταγράψω .

Ήρθε μια νέα κοπέλα που παρακολουθώ από τότε που εμφανίστηκε ο διαβήτης της, ήταν τότε 16 χρονών σήμερα πρέπει να είναι στα 25, να μου ζητήσει πιστοποιητικό ότι έχει διαβήτη γιατί πρόκειται να ταξιδέψει στις γιορτές.

Το ήθελε, για να μπορεί να έχει μαζί της στην τσάντα της τα στυλό με την ινσουλίνη , χωρίς να κινδυνεύει να της ζητήσουν να τα αφήσει στο τελωνείο, στα πλαίσια προστασίας από τρομοκρατικές ενέργειες.

Την ώρα που το δακτυλογραφούσα μου είπε, με έντονη πικρία:

«Ελπίζω να μην επαναληφθεί αυτό που έγινε πέρυσι.
Ταξίδευα και τότε με παρέα, οι περισσότεροι δεν ήξεραν ότι έχω διαβήτη.

Πλησίασα τον αστυνόμο που είναι στον έλεγχο των χειραποσκευών και διακριτικά του έδωσα την ιατρική βεβαίωση και του έδειξα τα δύο στυλό με την ινσουλίνη.

Ξαφνικά τον ακούω και φωνάζει στον συνάδελφο του στην άλλη άκρη του ιμάντα: “Η κοπέλα εδώ έχει διαβήτη και έχει ινσουλίνες μαζί της , αλλά έχει χαρτί γιατρού, εντάξει δεν είναι;”.

Κανείς από την παρέα μου δεν μου είπε τίποτα , αλλά ένοιωσα ότι οι διακοπές μου είχαν ήδη χαλάσει».

Πως μπορεί να εκπαιδευτεί αυτός ο λαός στο να καταλαβαίνει τι αποτελεί προσωπικό δεδομένο του καθενός και πώς να το σέβεται;

Κυριακή, Οκτώβριος 07, 2007

Η ευθύνη των ασθενών




Πριν από μια εβδομάδα ανέβασα ένα post σχετικά με την αντιμετώπιση που είχε κάποιος συγγενής μου όταν χρειάσθηκε να χειρουργηθεί σε ιδιωτικό θεραπευτήριο. Παρά το ότι, όπως ήταν αυτονόητο, δεν έκανα προσωπική αναφορά, μόλις ο συγγενής διάβασε το post, μου ζήτησε να το κατεβάσω διότι: «φαντάζεσαι να το διαβάσει ο χειρουργός που με χειρούργησε;».

Κατάλαβα ότι η αγωνία του δεν προερχόταν από φόβο μήπως κατηγορηθεί για δυσφήμηση του γιατρού. Παρά το ότι είμαι σίγουρη ότι δεν θα απευθυνόταν στον ίδιο αν προέκυπτε ανάγκη, έστω και αν αυτή η επέμβαση πήγε πολύ καλά, ήθελε «να τα έχει καλά μαζί του».

Αυτή την ανάγκη είμαι ηθικά υποχρεωμένη να την σεβασθώ, θα έλεγα μάλιστα ότι θα έπρεπε να έχω πάρει την άδεια του πριν καν το δημοσιεύσω.

Πολλές φορές ακούω τους ασθενείς να τσακώνονται στο διπλανό γραφείο με την γραμματέα του τμήματος σχετικά με την σειρά εξέτασης ή για άλλα διοικητικά θέματα. Όταν αυτή τους πει, μην τα λέτε σε μένα, περάστε να τα πείτε στον γιατρό, μπαίνουν στο γραφείο, εντελώς αλλαγμένοι. Είναι ευγενείς, ζητάνε συγγνώμη για το ότι δημιούργησαν πρόβλημα κ.τ.λ.

Έχει διαμορφωθεί μια παράδοξη κατάσταση όπου από τη μια οι ασθενείς αποδέχονται παθητικά μια αυταρχική συμπεριφορά εκ μέρους των γιατρών και παράλληλα τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι δικαστικές προσφυγές εναντίον των γιατρών.

Σε πρόσφατη έρευνα που έγινε για την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών Υγείας, η χώρα μας είχε ιδιαίτερα χαμηλή θέση. Ανάμεσα στα κριτήρια κατάταξης ήταν και το κατά πόσο οι ασθενείς είναι ενήμεροι και διεκδικούν την ενημέρωση και την πληροφόρηση σχετικά με την πάθηση τους.

Στην Ελλάδα, η πλειοψηφία των ασθενών, αισθάνεται δέος απέναντι στην αυθεντία που του προβάλει ο γιατρός του, δεν τολμάει να επιμείνει στο να ενημερωθεί για την πάθηση του, έτσι ώστε να καταλάβει τι ακριβώς του συμβαίνει και ποια είναι η πιθανότερη εξέλιξη.

Δέχεται να του φέρονται σαν να είναι μικρό παιδί, να τον προσβάλουν με έμμεσο τρόπο όπως π.χ.: «μα πως έχεις γίνει έτσι, πήρες 5 κιλά από την προηγούμενη φορά». Η δε συμμετοχή του στη λήψη αποφάσεων που αφορούν την υγεία του, κυρίως στα χρόνια νοσήματα, είναι ανύπαρκτη.

Από την άλλη, υποκινούμενοι πολλές φορές και από δικηγόρους, (φαίνεται ότι έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερος κλάδος), μηνύουν γιατρούς για οτιδήποτε φανταστούν ότι δεν έγινε σωστά, ακόμα και περιπτώσεις όπου είναι πασιφανές ότι δεν υπάρχει ιατρική παράλειψη.

Η εμπειρία από τις Η.Π.Α έδειξε ότι το σύστημα αυτό όχι μόνο δεν συνέβαλε στην βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας, αλλά αποτέλεσε τροχοπέδη .Σε πολλές περιπτώσεις γιατροί αρνήθηκαν να αναλάβουν περιστατικά επειδή προέβλεπαν κακή έκβαση. Οι κυρίως κερδισμένοι είναι οι ασφαλιστικές εταιρείες που ασφαλίζουν για όλο και μεγαλύτερα ποσά τους γιατρούς. Ο φόβος του malpractice διέπει πλέον σε μεγάλο βαθμό τη σχέση γιατρού- αρρώστου.

Πιστεύω ότι έχουμε μεγάλα περιθώρια να βελτιώσουμε την σχέση μας με τους ασθενείς μας. Χρειάζεται όμως προσπάθεια και από τις δύο πλευρές.

Το ότι η σχέση θεραπευτή – θεραπευόμενου είναι άνιση από τη φύση της, είναι αυτονόητο. Ο ασθενής εμπιστεύεται και περιμένει από τον γιατρό να του αποκαταστήσει την υγεία του. Πολλές φορές εξαρτάται πραγματικά η ζωή του από αυτόν. Είναι φυσικό λοιπόν να έχει μια σχέση δέους και εξάρτησης, ή, όταν όλα πάνε καλά και η αρρώστια αποτελεί παρελθόν, να διακατέχεται από αίσθημα ευγνωμοσύνης.

Αναφέρομαι στις περιπτώσεις όπου η νόσος εισβάλλει βίαια και απειλεί την ζωή του ατόμου, όπως είναι το έμφραγμα, το ατύχημα, ή ορισμένες επιθετικές μορφές καρκίνου κ.τ.λ.

Όμως στη πλειονότητα των περιπτώσεων οι ασθενείς, όταν μάλιστα πάσχουν από χρόνιο νόσημα, θα έπρεπε να έχουν την δυνατότητα και το χρόνο να επιλέξουν τον γιατρό τους και να κρίνουν κατά πόσο μπορεί να δημιουργήσουν σχέση μαζί του.

Τι γίνεται όμως στην πράξη;

Ο ασθενής καλεί τη κεντρική γραμματεία του Νοσοκομείου, στην καλύτερη των περιπτώσεων μιλάει με κάποια γραμματέα, αλλιώς δίνει τα στοιχεία σε αυτόματο τηλεφωνητή, παίρνει ένα ραντεβού για μερικούς μήνες χωρίς τις περισσότερες φορές να έχει την δυνατότητα επιλογής του γιατρού του.

Μετά την μεγάλη αναμονή και μέσα στην πίεση χρόνου είναι δύσκολο να δημιουργηθεί μία σωστή σχέση. Συχνά αντί για ανταλλαγή πληροφοριών και συμβουλών έχουμε ένταση και ρήξεις.

Έτσι μπορεί να βρεθούμε, εμείς γιατροί και λοιπό προσωπικό, μπροστά σε ωρυόμενους ασθενείς που απειλούν ότι «θα φέρουν τα κανάλια», κάθε φορά που δεν γίνεται αυτό που οι ίδιοι θεωρούν ότι θα έπρεπε να γίνει.

Η άλλη όψη είναι άτομα που δέχονται αδιαμαρτύρητα την συμπεριφορά ορισμένων γιατρών, μόνο και μόνο επειδή πιστεύουν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή.

Δεν είναι πια καιρός να μάθουμε τόσο οι γιατροί όσο και οι ασθενείς, ποιες είναι οι υποχρεώσεις μας αλλά και ποια τα δικαιώματα μας, καθώς και με ποιο τρόπο μπορούμε να τα διεκδικήσουμε;

Αν προκειμένου να παρακάμψουμε τη σειρά προτεραιότητας, είμαστε πρόθυμοι να δώσουμε «φακελάκι» σε όποιον μπορεί να μας εξυπηρετήσει, δεν γίνεται να διαμαρτυρόμαστε γιατί σε άλλη περίπτωση κάποιος, που προφανώς έδωσε περισσότερα, μας έφαγε τη σειρά.

Με διαφορετικό τρόπο, η κατάσταση φαίνεται απογοητευτική είτε πρόκειται για ιδιωτικό ή για δημόσιο νοσοκομείο.

Η εγχείρηση του συγγενούς μου, απλή χολοκυστεκτομή, στοίχισε 9.000 ευρώ. Ο άνθρωπος βγήκε από το ιδιωτικό θεραπευτήριο και δεν είχε ούτε ένα χαρτί με οδηγίες διατροφής, δεν του δόθηκε τηλέφωνο επικοινωνίας σε περίπτωση ανάγκης και δεν είχε ενημερωθεί για την μετεγχειρητική πορεία .

Για να αναφερθώ και στον χώρο μου, στα περισσότερα νοσοκομεία οι ασθενείς ξεκινάνε θεραπεία με ινσουλίνη στην διάρκεια της νοσηλείας τους και την ημέρα που παίρνουν εξιτήριο, πληροφορούνται ότι πρέπει να την συνεχίσουν στο σπίτι.

Δεν ξέρουν πώς να κάνουν την ένεση, δεν τους έχουν δοθεί οδηγίες αντιμετώπισης υπογλυκαιμίας, διαιτολόγιο, αισθάνονται χαμένοι και κανείς δεν θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο γι αυτό.

Άλλο θέμα παρεξήγησης των δικαιωμάτων: Έχω προσωπική εμπειρία του πόσο φθοροποιό είναι να διαπληκτίζεσαι σχεδόν καθημερινά, με κάποιους οι οποίοι έρχονται στο Διαβητολογικό Κέντρο και ζητάνε να τους γράψουμε τα δισκία ή την ινσουλίνη, που αρχικά τους χορήγησε κάποιος άλλος γιατρός. Στο ερώτημα γιατί δεν πάτε εκεί που σας τα συνέστησαν, η απάντηση συνήθως είναι: «δεν με βολεύει, εσείς είσαστε πιο κοντά» ή «γιατί; εσείς δεν μπορείτε να μου τα γράψετε;».

Είναι αδύνατον να καταλάβουν, ή μάλλον αρνούνται να καταλάβουν, ότι το να συνταγογραφήσουμε κάποια φάρμακα αποτελεί ιατρική πράξη και δεν είναι δυνατόν να γράφουμε όποια συνταγή μας φέρνουν, χωρίς να έχουμε εικόνα σε ποιόν την δίνουμε και αν συμφωνούμε με την θεραπεία την οποία υπογράφουμε.

Αναφέρω αυτό το παράδειγμα γιατί πιστεύω ότι αποτελεί χαρακτηριστικό της νοοτροπίας που μας διέπει, δηλαδή του να κάνει «την δουλειά του τώρα» έστω κι αν αυτό είναι εις βάρους του (γιατί μπορεί να έχουν αλλάξει οι ανάγκες του). Αυτή η στάση δεν αφορά βεβαίως μόνο το χώρο της Υγείας.

Όμως όσο διαιωνίζεται αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με όλα τα άλλα κακά (κατάσταση ασφαλιστικών ταμείων, έλλειψη πρωτοβάθμιας περίθαλψης, έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού, δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία) φοβάμαι ότι θα παραμείνουμε για πολλά χρόνια σε χαμηλή κατάταξη, μεταξύ των χωρών της Ευρώπης.

Η πρόσφατη εμπειρία μου, μου έδειξε ότι ούτε ο ιδιωτικός χώρος αποτελεί, τουλάχιστον σήμερα, ελκυστική εναλλακτική πρόταση.

Ο συγγενής μου, όπως και πολλοί άλλοι, δεν διαμαρτυρήθηκε, εκεί που έπρεπε, αλλά φοβήθηκε μήπως ενοχληθεί ο γιατρός του, αν διάβαζε το post που περιέγραφα την κατάσταση και μου ζήτησε να το κατεβάσω.

Μηπως λοιπόν πέρα από τά μύρια όσα κακά του συστήματος περίθαλψης στη χώρα μας, φταίμε και εμείς, ως ασθενείς, που δεν διεκδικούμε σωστά τα δικαιώματα μας, αλλά φροντίζουμε απλώς να βολευτούμε;

Κυριακή, Σεπτέμβριος 09, 2007

Να προχωρήσω;



Πριν από μερικές μέρες, ήρθε στο γραφείο μου μια νέα γυναίκα που εργάζεται στο λογιστήριο του νοσοκομείου. Είχε ζητήσει να με δει για «προσωπικό» θέμα και έδειχνε αμήχανη και σαν να είχε μετανιώσει που είχε έρθει.

Με αρκετή δυσκολία ξεκίνησε λέγοντας: «έχω γνωρίσει εδώ και μερικούς μήνες κάποιον νέο ο οποίος έχει από μικρό παιδί διαβήτη. Ήθελα να σας ρωτήσω να συνεχίσω μαζί του ή θα έχω προβλήματα στο μέλλον, τι πιθανότητες υπάρχουν, τώρα είναι 36 χρονών, σε δέκα χρόνια από τώρα να έχει σοβαρές επιπλοκές, μια και έχει ήδη 20 χρόνια διαβήτη;

Την στιγμή που ολοκλήρωνα την ερώτηση: εσύ τον αγαπάς; συνειδητοποίησα ότι αυτό που ρώταγα δεν είχε νόημα, γιατί αν ήταν ερωτευμένη, δεν θα έκανε αυτή τη συζήτηση μαζί μου. Η απάντηση της το επιβεβαίωσε, αλλά ταυτόχρονα μου έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα.

- Δεν πρόκειται για τρελό έρωτα, από τις δύο μεριές. Γνωριστήκαμε πριν από 6 μήνες, περνάμε πολύ καλά μαζί, ταιριάζουμε ερωτικά και ενδιαφέρεται πολύ ο ένας για τον άλλον. Μου είπε από την αρχή για το διαβήτη, πράγμα που εκτίμησα πάρα πολύ.

Δεν ζήταγε εγγύηση για το μέλλον, ήθελε να ξέρει τι πιθανότητες υπάρχουν όταν αυτή θα είναι 40 και ο άνδρας της 46 ετών και θα έχουν ένα ή δύο μικρά παιδιά, να αντιμετωπίζει μια δική του αρχόμενη νεφρική ανεπάρκεια ή την απειλή ενός καρδιαγγειακού επεισοδίου.

Την ρώτησα , αν σου έλεγα ότι έχει πολλές πιθανότητες να έχει κάποια επιπλοκή, θα διέκοπτες τώρα τη σχέση σου;

Η απάντηση της με ξαλάφρωσε «δεν νομίζω».

Η δική μου αίσθηση ήταν ότι τον αγαπούσε περισσότερο από ότι μου είχε δηλώσει, ότι είχε ήδη πάρει την απόφαση της αλλά, για να είναι εντάξει με τον εαυτό της, ήθελε να έχει και μια έγκυρη γνώμη.

Η παράθεση στατιστικών στοιχείων δεν βοηθάει καθόλου σε παρόμοιες περιπτώσεις, από την άλλη θεωρώ αντιδεοντολογικό να επηρεάσω κάποιον με προτροπές του τύπου «προχώρα όλα θα πάνε καλά» ή και το αντίθετο «καλύτερα μην μπλέξεις», άσε που δεν νομίζω ότι θα έχουν καθοριστική βαρύτητα, αλλά μπορεί να προκαλέσουν έντονη σύγχυση.

Πήρα πληροφορίες σχετικά με το πώς ο φίλος της, χειρίζεται το ζάχαρο του, με το αν έχει κάποιες επιπλοκές και τι έχουν συζητήσει γύρω από το θέμα. Μου είπε μάλιστα ότι θα ήθελαν να έρθουν και οι δύο να με δουν και να τον παρακολουθώ από και πέρα.

Της έδωσα μια ενθαρρυντική προοπτική, με δεδομένο ότι πρόκειται για κάποιον που έχει καλή ρύθμιση, άρα καταρχήν μπορεί κανείς να πιστεύει ότι , εφόσον δεν έχει κάνει σημαντικές επιπλοκές μέχρι τώρα, δεν θα έχει και στο μέλλον. Εστίασα περισσότερο σε αυτό που η ίδια φαίνεται να νοιώθει, ότι δηλαδή βρίσκεται με κάποιον που την καταλαβαίνει, νοιάζεται γι αυτήν (έχω την εντύπωση από τη σύντομη συζήτηση μας ότι αυτό είναι κάτι καινούργιο γι αυτήν) και που μέσα σε όλα τα άλλα έχει και διαβήτη. Της τόνισα ότι κανείς βεβαίως δεν μπορεί να πάρει απόφαση για λογαριασμό της και ότι όποια και να είναι η απόφαση της, να είναι δική της και όχι αποτέλεσμα πιέσεων από το περιβάλλον της.

Μέχρι πριν μερικά χρόνια, είχα «ξεκάθαρες αλήθειες» μέσα στο μυαλό μου, σχετικά με τους ασθενείς μου και την σχέση μου με αυτούς. Πίστευα ότι μπορούσα να σηκώνω μαζί τους το φορτίο του διαβήτη, ότι θα έπρεπε όλοι να μπορούν να κοινοποιούν το πρόβλημα της υγεία τους, άσχετα με το πόσο αποδεκτό θα γίνει αυτό από τους άλλους και πολλά άλλα παρόμοια.

Θέλω να πιστεύω ότι , μετά από δουλειά με τον εαυτό μου, έχω μια πιο ουσιαστική και ρεαλιστική εικόνα για το πόσο μπορώ να βοηθήσω.

Η επίσκεψη αυτής της γυναίκας, που ανήκει στην άλλη όχθη, όχι αυτή των ασθενών μου, μου έδειξε πόσο πολύπλοκη και πολυσήμαντη είναι η διαχείριση παρόμοιων καταστάσεων.

Γιατί πρέπει να πω ότι δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση στο τι θα της έλεγα αν επρόκειτο για τον ίδιο νέο άνδρα, με ήδη εγκαταστημένες επιπλοκές.

Γιατί το τι θα έλεγα σε αυτή τη γυναίκα , είναι απόλυτα συνδεδεμένο με το τι λέω στους νέους με διαβήτη τύπου1 που παρακολουθώ, και πόσο ειλικρινής και γνήσια είμαι μαζί τους. Όταν εκείνους τους ενθαρρύνω να προχωρούν, πώς θα μπορούσα να της πω το αντίθετο;


Δευτέρα, Σεπτέμβριος 03, 2007

Οι πληγωμένοι που πληγώνουν



Κάθε πρωί, για να πάω στο νοσοκομείο, περνάω με το αυτοκίνητο μου μπροστά από ένα οίκημα του ΟΚΑΝΑ στην Καποδιστρίου, λίγο πριν από την Σωκράτους. Βρίσκομαι εκεί γύρω στις 08.15. Κάθε μέρα βλέπω στην είσοδο του κτιρίου καμιά δεκαριά χρήστες. Άλλοι κάθονται στα σκαλιά, άλλοι γύρω από την είσοδο. Φαίνεται ότι δεν έχουν έρθει ακόμα οι υπεύθυνοι.

Δεν νομίζω ότι πρόκειται για μονάδα απεξάρτησης, γιατί είναι άτομα, άνδρες επί το πλείστον, σχετικά μεγάλης ηλικίας. Έχω σκεφθεί μήπως πρόκειται για κάποιον από τους σταθμούς χορήγησης μεθαδόνης, σε αυτούς που δεν υπάρχει ελπίς να απεξαρτηθούν. Τουλάχιστον να παίρνουν την υποκατάστατη ουσία νόμιμα.

Προχθές τους παρακολουθούσα όσην ώρα περίμενα μπροστά στο κόκκινο φανάρι. (Πάντα με σταματάει εκεί το κόκκινο). Ενώ συνήθως βλέπω αποστεωμένους μεσήλικες (μήπως φαίνονται πολύ μεγαλύτεροι λόγω της χρήσης;) με χαρακιές, πρησμένα χέρια, μακριά βρώμικα μαλλιά και ρούχα κουρέλια – χθες είδα και δύο πολύ νεότερα παιδιά.

Τράβηξαν την προσοχή μου όχι μόνο επειδή ήταν νεώτεροι από τους άλλους αλλά κυρίως γιατί ήταν όμορφα παιδιά.

Ένοιωσα μεγάλη θλίψη που τους είδα εκεί και μέχρι να φτάσω στο πάρκινγκ και μετά στο νοσοκομείο, σκεφτόμουνα αυτό που μου έρχεται πάντα στο νου σε ανάλογες περιπτώσεις : ότι αυτός ή αυτή, υπήρξε κάποτε παιδί για το οποίο κάποια μάνα έκανε όνειρα για το μέλλον του και τώρα είναι στην Ομόνοια με μισόκλειστα μάτια να ζητιανεύει για την επόμενη δόση.

Τι φταίει; Γιατί αυξήθηκε ο αριθμός των χρηστών τόσο πολύ; Τι θα μπορούσε να γίνει; Σίγουρα τα μέχρι τώρα προγράμματα ελάχιστα αποδίδουν… Μέχρι που έφτασα στο τμήμα μου.

Μετά από μερικές ώρες με φωνάξανε στο ΤΕΠ (Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών). Ήταν η ημέρα που ήμουν συντονίστρια εφημερίας και έπρεπε να ενημερωθώ σχετικά με την διάθεση των κρεβατιών του νοσοκομείου.

Στο ΤΕΠ γινότανε χαμός. Δύο ηλικιωμένοι με εγκεφαλικό, στο διπλανό κρεβάτι μια νέα γυναίκα με οξύ έμφραγμα (έπρεπε οπωσδήποτε να βρεθεί κρεβάτι και να μεταφερθεί σε μονάδα) κάποιος άλλος με κωλικό βόγκαγε από τους πόνους και δεν ξέρω και τι άλλο υπήρχε.

Και μέσα σε όλα αυτά, ένας άνδρας γύρω στα 40 να φωνάζει και να βρίζει τους πάντες γιατί, όπως έλεγε: «τι μου κάνατε και ενώ περίμενα να την ‘ακούσω’ με καταστρέψατε!».

Τον είχανε βρει σωριασμένο αναίσθητο, λίγο παρακάτω, τον έφεραν στο Νοσοκομείο, του έγινε ένεση που μπλοκάρει τη δράση της ηρωίνης και τώρα έβριζε τους πάντες γιατί πήγε χαμένη η δόση του και δεν τον άφησαν στο χάσιμο του.

Δεν είναι μόνο που φώναζε και έβριζε, αλλά χτυπιόταν πάνω στο κρεβάτι και λόγω του ότι ήταν ακόμα υπό την επήρεια του ναρκωτικού, ή έπεφτε κάτω ή έπαιρνε φόρα και εκσφενδονιζόταν στον απέναντι τοίχο.

Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αποσυντονίζονται όλοι όταν, από τη μια έχουν να αντιμετωπίσουν σοβαρά επείγοντα ιατρικά περιστατικά και από την άλλη πρέπει κάποιος να κρατάει τον άνθρωπο αυτόν για να μην χτυπήσει και ανοίξει το κεφάλι του.

Ας σημειωθεί ότι το νοσηλευτικό προσωπικό ούτε κατά διάνοια επαρκεί για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες του ΤΕΠ.

Όλη την ώρα που χρειάσθηκε να παραμείνω στα Επείγοντα, είχα αρχίσει να αγανακτώ με αυτόν τον άνθρωπο που δημιουργούσε πρόβλημα, δεν μας άφηνε να ασχοληθούμε με αυτούς που η αρρώστια τους βρήκε – δεν την έψαξαν!

Σκεπτόμουνα τι νόημα έχει να κάνουμε οτιδήποτε. Μόλις βγει, το πρώτο πράγμα που θα κάνει είναι να κοιτάξει να εξασφαλίσει την επόμενη δόση του.

Πόσο εύκολο και ανώδυνο είναι να γίνονται τηλεοπτικές συζητήσεις με ευαισθησία κοινωνικού τύπου, για την «μάστιγα των ναρκωτικών» και το πρόβλημα όλων αυτών των «παιδιών».

Αισθανόμουνα ενοχές που έβλεπα τα πράγματα μέσα από αυτό το πρίσμα και ταυτόχρονα σκεπτόμουν: ας είχαμε την δυνατότητα να περιθάλψουμε και να φροντίσουμε τα περιστατικά που έχουμε τώρα εδώ μέσα… και θα βλέπαμε μετά πόση ευαισθησία απομένει για τον άλλον που φωνάζει στην νοσηλεύτρια: «μωρή σκρόφα τι μου έκανες»!

Ευτυχώς, δεν χρειάσθηκε να κάτσω για πολύ.

Το μεσημέρι, φεύγοντας πέρασα από τη Γερανίου. Ακουμπισμένο σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο ένα κορίτσι γύρω στα 20, με τρύπες και χαλκάδες στη μύτη, με σημάδια από παλιές κακοφορμισμένες ενέσεις στα χέρια, ντυμένο για να σηματοδοτήσει ανάλογα, κάνει πεζοδρόμιο, προφανώς για την εξασφάλιση της επόμενης δόσης.

Ένοιωσα πάλι μεγάλη λύπη. Θα ήθελα να μπορούσα κάτι να κάνω. Προσπέρασα ξέροντας πολύ καλά ότι το θέμα είναι τεράστιο και είναι αφελές να το βλέπει κανείς με κριτήρια καλού Σαμαρείτη.

Μου ήρθε βέβαια στο μυαλό ο τύπος του ΤΕΠ και κατέληξα με την σκέψη: «τι να πω; δεν ξέρω».

Τρίτη, Αύγουστος 21, 2007

'Οσα δεν λέγονται



Υπάρχουν μερικά πράγματα για τα οποία, στην σχέση γιατρού- ασθενούς, εμείς οι γιατροί ή μιλάμε πολύ δύσκολα, ή δεν τα λέμε με το όνομα τους. Παραδείγματα;

Η διερεύνηση της ύπαρξης στυτικής δυσλειτουργίας, επιπλοκή που μπορεί να εμφανισθεί μετά από μακροχρόνια ύπαρξη διαβήτη, συχνά παραμελείται, όχι λόγω άγνοιας αλλά από αμηχανία ή από φόβο μήπως υποβάλουμε στον ασθενή μας την ιδέα και του δημιουργήσουμε άγχος.
Πολλές φορές στην ερώτηση μας αν έχουν διαπιστώσει μείωση της στυτικής ικανότητας, δεχόμαστε σαν απάντηση την αγωνιώδη ερώτηση: « γιατί μπορεί να μου συμβεί; και αν ναι μετά από πόσα χρόνια διαβήτη;» Αυτό με τους νέους. Τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας αισθάνονται αμήχανα ή και ότι θα έπρεπε να ντρέπονται που νοιώθουν σαν πρόβλημα την μειωμένη σεξουαλική δραστηριότητα τους.
Σπάνια θα αναφερθούν οι ίδιοι στο πρόβλημα αλλά νοιώθουν μεγάλη ανακούφιση αν το θίξει ο γιατρός και έτσι φανεί και κάποια προοπτική λύσης.
Μου φαίνεται παράξενο ότι σπάνια θίγεται το θέμα από την σύζυγο, σαν να θεωρεί ότι θα εκθέσει τον άντρα της. Μερικές φορές μοιάζει σαν να το έχει πάρει απόφαση, σκεπτόμενη ότι όταν οι άνθρωποι ζήσουν αρκετά χρόνια μαζί, δεν θα πρέπει να έχουν και απαιτήσεις για ερωτική ζωή.

Ένα άλλο θέμα είναι αυτό της παραπομπής του ασθενούς σε ψυχίατρο. Οι περισσότεροι γιατροί τον αναφέρουν σαν νευρολόγο ή ψυχολόγο, υιοθετώντας, με αυτό τον τρόπο, το στίγμα που υπάρχει σχετικά με το ψυχιατρικό νόσημα.
Σαν να επρόκειτο για την παραδοχή ότι, για να χρειάζεσαι ψυχιατρική βοήθεια, δεν σημαίνει ότι κάμφθηκαν οι προσαρμοστικοί μηχανισμοί σου, αλλά ότι έχεις χάσει την επαφή σου με την πραγματικότητα. Με άλλα λόγια ψυχίατρο χρειάζονται όσοι δεν έχουν «σώας τας φρένας» άρα βγαίνουν εκτός κοινωνικής οργάνωσης.
Πολλοί είναι αυτοί που υποφέρουν και δεν αναζητούν βοήθεια λόγω αυτής της προκατάληψης. Πέρα όμως από τον οποιονδήποτε κοινωνικό στιγματισμό, πολλοί άνθρωποι θεωρούν την προσφυγή σε ψυχίατρο, προσωπική αποτυχία και ανικανότητα , η δε αναφορά σε ηρεμιστικό ή αντικαταθλιπτικό φάρμακο, συνοδεύεται με επιφώνημα του τύπου : «αποκλείεται, θα πάθω εξάρτηση».

Μακάρι να είχαν οι άνθρωποι παρόμοια αντίδραση σχετικά με το κάπνισμα , το φαγητό και το αλκοόλ.

Να άλλο ένα θέμα- ταμπού. Σπανιότατα θα σου πει με ειλικρίνεια κάποιος που πίνει συστηματικά, πόσο πίνει.
Αν μάλιστα επιμείνεις στο να καθορίσεις με ακρίβεια την ποσότητα, η απάντηση είναι : «μα προς Θεού δεν είμαι αλκοολικός, άμα βρεθούμε με την παρέα.» Συνήθως τη πληροφορία ότι βρίσκεται κάθε βράδυ με την παρέα και ότι γίνεται κατάχρηση σε κρασί, ούζα κ.τ.λ , την παίρνουμε από τη σύζυγο ή από κάποιο από τα παιδιά.
Σπάνια όμως αναφέρουμε και εμείς οι γιατροί τη λέξη αλκοολισμός , σαν να φοβόμαστε ότι θα προσβάλουμε τον ασθενή μας.

Τα παραδείγματα που ανέφερα μέχρι τώρα, αποτελούν μικρό δείγμα της αμήχανης και ανελεύθερης σχέσης που μπορεί να έχουμε με ορισμένους από τους ασθενείς μας.

Υπάρχουν και χώροι, όπως αυτός των σεξουαλικών προτιμήσεων, που μοιάζει να είναι ερμητικά κλειστοί και απροσπέλαστοι.
Οι μη ειδικοί με το θέμα γιατροί, δυσκολευόμαστε πολύ να πούμε στον ασθενή μας, που παραπονείται για καταβολή και απώλεια βάρους, ότι θα πρέπει να κάνει έλεγχο για AIDS, αν πιστεύουμε ότι μπορεί να έχει ομοφυλοφιλικές σχέσεις.
Γιατί;

Γιατί δυσκολευόμαστε, ακόμα και όταν δεν υιοθετούμε καμία από τις υπάρχουσες απόψεις σχετικά με τις σεξουαλικές προτιμήσεις των ανθρώπων, να τις διερευνήσουμε στη συζήτηση που κάνουμε με τον ασθενή μας;

Φαίνεται πως, η αμηχανία που μπορεί να προέρχεται αρχικά από τον ασθενή, διαιωνίζεται από τον θεραπευτή, ο οποίος ασυνείδητα την υιοθετεί .

Το πρόβλημα μου δεν έχει ακαδημαϊκή αξία.

Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ξέρω ότι έχω προσωπικά εμπλακεί στα θέματα που ανέφερα, με τρόπο φοβισμένο και ανελεύθερο, έτσι ώστε να μην βοηθήσω τον ασθενή μου εκεί που χρειαζόταν, υπερβαίνοντας αυτά τα ταμπού.
Θέλω να ελπίζω ότι στο μέλλον θα μπορέσω, με απόλυτο σεβασμό στα τόσο ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, να «ανοίξω εγώ την πόρτα».





Κυριακή, Αύγουστος 12, 2007

Ο Τρόμος του Αυγούστου




Αύγουστος σημαίνει άδεια ή σχεδόν άδεια, για να μην υπερβάλλουμε, Αθήνα. Σημαίνει ότι, όπως και όλοι οι άλλοι, το μεγαλύτερο ποσοστό των γιατρών βρίσκεται σε διακοπές.

Έχω από καιρό διαγνώσει την έντονη αγωνία που προβάλει στην ερώτηση των ασθενών μου: «θα λείψετε πολύ για καλοκαίρι;» ή στο: «αν χρειασθούμε κάτι, που θα σας βρούμε;».

Όταν είσαι στο ΕΣΥ όχι μόνο δεν είσαι υποχρεωμένος να δώσεις προσωπικά τηλέφωνα, αλλά μπορεί να θεωρηθεί ύποπτο για άγρα πελατείας το να μοιράζεις το κινητό σου ή τηλέφωνο σπιτιού.

Νομίζω ότι η αγωνία αυτή των ανθρώπων με χρόνιο πρόβλημα υγείας, εκφράζει την δυσπιστία που έχουν απέναντι στο σύστημα υγείας της χώρας μας.

Γιατί βέβαια δεν κλείνει το νοσοκομείο, υπάρχει κάποιος γιατρός, όσο λείπω εγώ.

Όμως αυτό ελάχιστα τους καθησυχάζει, όπως και όταν τους προτείνω να καλέσουν το ΕΚΑΒ για να τους μεταφέρει σε εφημερεύον νοσοκομείο, αν προκύψει κάτι βραδινή ώρα.

Όταν πήγα να κάνω Διαβητολογία, αρκετά χρόνια πριν στην Αγγλία, ο Διευθυντής της κλινικής, μου είπε ότι μετά από ένα μήνα παρακολούθησης του τρόπου εργασίας στο τμήμα, θα μπορούσα να εξετάζω και εγώ ασθενείς.

Την πρώτη ημέρα που ξεκίνησα φανταζόμουνα την δυσφορία των Άγγλων ασθενών, που συνήθως πήγαιναν σε κάποιον από τους Εγγλέζους γιατρούς – και τώρα τους έστελναν σε μένα.

Στο διάστημα που εργάστηκα στο King’s College Hospital, δεν εισέπραξα ποτέ παρόμοιο συναίσθημα.

Οι ασθενείς, προφανώς, πίστευαν ότι για να είμαι εκεί και να μου αναθέτουν να εξετάζω, σημαίνει ότι είμαι ικανή να το κάνω.

Διαβάζω, σχεδόν πια σε καθημερινή βάση, για την ταλαιπωρία του κόσμου στα νοσοκομεία, για την έλλειψη ιατρικής υποδομής στα νησιά, για τις καθυστερήσεις του ΕΚΑΒ, όταν καλείται για διακομιδή, κ.τ.λ.

Έτσι είναι τα πράγματα. Δεν γίνεται βέβαια αναφορά, στο ότι το ΕΣΥ στελεχώνεται πλέον με «κουρασμένους» γιατρούς, που καλούνται στα 60+ να κάνουν 24ωρη εφημερία, κάτω από τριτοκοσμικές συνθήκες. Η έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού, έχει φτάσει στα περισσότερα νοσοκομεία, σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να κλείνουν ολόκληρες πτέρυγες για να βγει το πρόγραμμα με τις βάρδιες.

Θα μπορούσα να γράφω σελίδες με ιστορίες, μερικές μοιάζουν με ανέκδοτα, για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καλούνται να εργασθούν οι γιατροί του ΕΣΥ.

Αυτό που θέλω να επισημάνω εδώ, είναι ότι η σχέση Γιατρού-Ασθενούς, που όπως έχω ήδη γράψει, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο, στην θεραπευτική αντιμετώπιση κάθε νοσήματος, είναι πάρα πολύ δύσκολο να διαμορφωθεί με αυτές τις αντικειμενικές συνθήκες.

Σκέφτομαι με δέος το Φθινόπωρο, που θα αρχίσει ο κόσμος να τηλεφωνεί για να κλείσει ραντεβού και θα πρέπει να απαντάμε: «δεν μπορούμε να δεχθούμε άλλους ασθενείς.»

- Εμείς τι θα κάνουμε; Έστω μετά από 2-3 μήνες δεν μπορείτε να μας δεχθείτε;

Εκνευρισμός, απειλές του τύπου «θα φέρουμε τα κανάλια!». Μακάρι να το έκαναν μήπως και μας διορίσουν και άλλους γιατρούς ή μας δώσουν και περισσότερο χώρο.

Όμως όλη αυτή η διαδικασία έχει ένα τεράστιο ψυχικό κόστος και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα έντασης, που κάθε άλλο βοηθάει στην κατανόηση και επίλυση των προβλημάτων που έχουν οι ασθενείς μας.

Πώς μπορεί ο καθένας μας, να διατηρήσει την ευαισθησία του και μια ήρεμη προσέγγιση στον ασθενή ο οποίος έρχεται πνιγμένος από το άγχος που του προκαλεί το πρόβλημα της υγείας του, όταν έχει προηγηθεί καυγάς με κάποιους άλλους, λίγο πριν;

Συμμερίζομαι απόλυτα την αγωνία των ανθρώπων σχετικά με το πού να απευθυνθούν για την έκτακτη ανάγκη. Ο ιδιωτικός τομέας, δεν λειτουργεί σαν σύνολο, αλλά σαν μικρά «μαγαζάκια» με αποτέλεσμα πέρα από το μεγάλο οικονομικό κόστος, να μην προσφέρει ολοκληρωμένη θεραπευτική προσέγγιση.

Όμως όσο αυτή η αγωνία και η ανασφάλεια, στρέφεται εναντίον των γιατρών και μόνο, τα πράγματα όχι μόνο δεν θα βελτιωθούν αλλά θα γίνουν, πολύ χειρότερα για τους ασθενείς μας.









Δευτέρα, Ιούλιος 16, 2007

Καταναλωτική Ιατρική



Τα τελευταία 3-4 χρόνια, μετά από μια περίοδο σχετικής αδράνειας, κυκλοφόρησαν , πρώτα στις ΗΠΑ και μετά στην Ευρώπη, νέα σκευάσματα και τεχνολογικά βοηθήματα για το διαβήτη τύπου 1 και τύπου 2.

Τα περισσότερα κυκλοφορούν από μερικούς μήνες και στην Ελλάδα, άλλα πρόκειται να έρθουν στις αρχές φθινοπώρου.

Όπως είναι φυσικό, οι άνθρωποι που έχουν χρόνιο νόσημα, επενδύουν πολλές ελπίδες σε κάθε κυκλοφορία νέου σκευάσματος, αναζητώντας αν όχι απόλυτα τη λύση του προβλήματος, τουλάχιστον τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους.

Αυτό ακούγεται αυτονόητο και δεν θα υπήρχε θέμα προς συζήτηση, αν τα πράγματα στην πράξη ήταν τόσο απλά.

Αν δηλαδή , ίσχυε στην Ιατρική η εξίσωση: καθετί το καινούργιο είναι αποτελεσματικότερο και καλύτερο, τότε πράγματι θα δικαιολογείτο η αγωνία για την απόκτηση του.

Όταν όμως ακούω τους ασθενείς μου να με ρωτάνε : «κάποιος γνωστός μου παίρνει κάτι καινούργια φάρμακα, που είναι και πολύ ακριβά, εγώ γιατί να μην αλλάξω;» σκέφτομαι ότι ένα από τα αποτελεσματικότερα ιατρικά σκευάσματα είναι η ασπιρίνη, φάρμακο εκατό ετών και πάμφθηνο.

Αυτό που συμβαίνει όμως, τουλάχιστον στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια, αναφορικά με διάφορα φάρμακα είναι ότι αναγγέλλεται η κυκλοφορία τους από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, πολλές φορές πριν καν ενημερωθούν οι γιατροί.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη κυκλοφορία της εισπνεόμενης ινσουλίνης: άκουσα ότι θα κυκλοφορούσε στην Ελλάδα στις επόμενες ημέρες και αυτό ήταν στην αρχή σε κεντρικό δελτίο ειδήσεων!

Ο τρόπος που παρουσιάζονται τα νέα ιατρικά σκευάσματα, έχει τον χαρακτήρα καταναλωτικού προϊόντος. Σαν να πρόκειται για κάτι που έρχεται να λύσει το πρόβλημα διαβήτης, χωρίς αναφορά σε ενδεχόμενες παρενέργειες , δεν γίνεται διαχωρισμός σε ποιους έχει ένδειξη η χορήγηση του συγκεκριμένου σκευάσματος και τέλος δεν αναφέρεται το κόστος της θεραπείας σε σχέση με της ήδη υπάρχουσες.

Σε αυτή τη χώρα δεν νομίζω να απασχόλησε σοβαρά τον ιατρικό κόσμο η τιμή του φαρμάκου που επιλέγει ο γιατρός να συνταγογραφήσει, σε σχέση με αντίστοιχα εξίσου αποτελεσματικά, αλλά πολύ φθηνότερα.

Οι ασφαλισμένοι, αισθάνονται και δικαίως, ότι έχουν καταβάλει υψηλότατες εισφορές στο ταμείο τους και ως εκ τούτου δικαιούνται να έχουν την καλύτερη δυνατή περίθαλψη. Παραμένει βέβαια τεράστιο θέμα το ότι στο Νοσοκομείο συνταγογραφούμε καθημερινά σε βιβλιάρια ασφαλισμένων του ΟΓΑ που είναι χρόνια τώρα μόνιμοι κάτοικοι περιοχής Πατησίων ή Κυψέλης, καθώς και σε βιβλιάρια Κοινωνικής Πρόνοιας σε άτομα που εργάζονται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Όμως δεν θα πρέπει κάποτε να μας απασχολήσει και το θέμα του κόστους για το κοινωνικό σύνολο;
Δεν έχει άραγε καμία σημασία το ότι η μια μονάδα εισπνεόμενης ινσουλίνης κοστίζει 0.18 λεπτά ενώ η ήδη υπάρχουσα 0.03 – χωρίς να υπερτερεί η εισπνεόμενη σε τίποτα σε σχέση με την υποδόρια.

Πόσο θα εμπιστευθεί ο ασθενής τον γιατρό του, αν αυτός αναφερθεί σε θέμα κόστους του φαρμάκου;

Στη Γερμανία και σε άλλες χώρες της υπόλοιπης Ευρώπης, έχουν τεράστιο μερίδιο αγοράς τα λεγόμενα ισοδύναμα φάρμακα (generics). Πρόκειται για σκευάσματα των οποίων έχει λήξει η πατέντα, και παρασκευάζονται ισοδύναμα αυτών από άλλες φαρμακευτικές εταιρείες.

Δεδομένου ότι αυτές δεν έχουν το αρχικό κόστος έρευνας και εξέλιξης του προϊόντος , (όπως η εταιρεία που το παρασκεύασε για πρώτη φορά) μπορούν να το διαθέτουν σε πολύ οικονομικότερη τιμή.

Στην Ελλάδα το κράτος δεν προωθεί αυτά τα προϊόντα – πράγμα που χωρίς ζημιά για τον ασθενή θα μείωνε το κόστος της περίθαλψης. Δεν αναφέρομαι βέβαια στα παλιότερα λεγόμενα «φασόν» (απομιμήσεις) που δεν έχουν περάσει από αυστηρό έλεγχο για επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας τους.

Όμως το θέμα μου δεν αφορά τα οικονομικά της Υγείας. Αυτό που με απασχολεί, σαν θεραπευτή, είναι το ότι σε μερικά από τα νέα σε κυκλοφορία σκευάσματα, μετά από χορήγηση σε μεγάλους πληθυσμούς ασθενών, παρατηρούνται παρενέργειες , πέραν από τις ήδη γνωστές και αναμενόμενες.

Και βρίσκεται κανείς να παρακολουθεί, αμήχανα, πολλές φορές πάλι μέσω τηλεοράσεως, την αναφορά σε σοβαρές παρενέργειες, για φάρμακα πολλά υποσχόμενα που αναγγέλθηκαν και διαφημίστηκαν με στόμφο.

Από την άλλη μεριά δεν είναι δυνατόν να περιμένει κανείς μερικά χρόνια πριν συνταγογραφήσει κάποιο σκεύασμα που είναι προϊόν πολύ προχωρημένης έρευνας, με τη σκέψη του «άσε καλύτερα να δοκιμασθεί πρώτα». Κάτι τέτοιο μπορεί να στερήσει τους ασθενείς τη δυνατότητα έγκαιρης πρόσβασης σε αποτελεσματικές θεραπείες.

Η μόνη λύση, στο παραπάνω δίλημμα είναι η συνεχής και από πολλές διαφορετικές πηγές, επιστημονική ενημέρωση. Η παρακολούθηση της κριτικής που ασκείται από τους ερευνητές σε διάφορα έγκυρα ιατρικά περιοδικά, καθώς και ο διάλογος που υπάρχει σχετικά με τις κατηγορίες των υπό συζήτηση φαρμάκων.

Πάνω από όλα να μπορεί κανείς ο γιατρός να μην υποκύπτει στην πίεση που εξασκεί ο ασθενής για πρόσβαση στο οποιοδήποτε νέο σκεύασμα (ή τεχνολογικό μέσο) που άκουσε στην τηλεόραση.

Η ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη όλων μας για εξέλιξη και στην ευθύνη που έχουμε σαν γιατροί απέναντι στους ασθενείς μας, μοιάζει να γίνεται τα τελευταία χρόνια όλο και πιο δύσκολη.

Κυριακή, Ιούλιος 01, 2007

+ Κατερίνα Κουλουρίδου

Καλό μήνα σε όλους! Επανέρχομαι μετά από αρκετό καιρό. Οι λόγοι της απουσίας: πολλές επιστημονικές εκδηλώσεις αυτή την περίοδο, συνεπώς η προετοιμασία δεν αφήνει χρόνο για blogging.

Υπάρχει παράλληλα και η αίσθηση ότι δεν φύτρωσε, από αυτή την διαδικασία, γόνιμος διάλογος με αυτούς που τους αφορά άμεσα το θέμα διαβήτης.

Επαναλαμβανόμενοι μονόλογοι, κυρίως από ανθρώπους που «διδάσκουν» με πολύ καλή πρόθεση, αλλά έξω από τον χορό.

Διερωτώμαι αν, η μη κατάθεση οιασδήποτε προσωπικής εμπειρίας, σε αντιδιαστολή με την κατήχηση, δεν λειτουργεί ανασταλτικά γι αυτούς που ζουν με το πρόβλημα διαβήτης.

Μπορώ να φανταστώ κάποιον νέο να λέει, διαβάζοντας τα κείμενά μου και ορισμένα σχόλια: «καλά εντάξει, αυτά ακούμε τόσα χρόνια, πέστε τα για άλλη μια φορά μόνοι σας».

Τείνω να συμφωνήσω ότι θα έχει δίκιο.

Επανέρχομαι όμως, γιατί όπως έγραψα και στο πρώτο μου ποστ, θέλω να επικοινωνήσω με αυτό τον κόσμο και έξω από το χώρο του Νοσοκομείου και, κυρίως, (πράγμα που το βλέπω πολύ δύσκολο), να δημιουργήσω μια εστία όπου άτομα με χρόνιο νόσημα θα ανταλλάσσουν απόψεις και εμπειρίες.

Στο μήνα που πέρασε συνέβη κάτι τραγικό για το χώρο του διαβήτη στην Ελλάδα.

Έφυγε από την ζωή η Κατερίνα Κουλουρίδου, Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Συλλόγων Ατόμων με Διαβήτη.

Την Κατερίνα την ήξερα καλά, με είχε χρήσει σύμβουλο επί ιατρικών θεμάτων της Ομοσπονδίας, έτσι ώστε να παρίσταμαι και να βοηθάω όταν χρειαζόταν να διεκδικήσει κάτι για τα συμφέροντα των ατόμων με διαβήτη.

Με διαβήτη τύπου 1 η ίδια, έδωσε με επιμονή και συνέπεια σημαντικούς αγώνες έτσι ώστε να ενημερωθεί η κοινωνία μας σχετικά με το τι σημαίνει διαβήτης, να αποκτήσουν τα άτομα με διαβήτη καλύτερες παροχές σε υλικά που συμβάλουν καθοριστικά στην ρύθμιση του ζαχάρου.

Ήταν η μόνη που ασκούσε έλεγχο στο που διατίθενται τα όποια κονδύλια για την αντιμετώπιση του διαβήτη. Ευνόητο είναι ότι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δεχθεί πόλεμο, πράγμα που δεν την πτοούσε καθόλου, αντιθέτως την ωθούσε στο να παλεύει για την συμμετοχή της στα όργανα λήψεως αποφάσεων τα σχετικά με τα άτομα με ειδικές ανάγκες και ειδικότερα με διαβήτη.

Δημιούργησε το περιοδικό Γλυκειά Ζωή, ένα πολύ ζωντανό και μαχητικό έντυπο, που διανέμεται δωρεάν σε χιλιάδες άτομα με διαβήτη. Τα τελευταία χρόνια το περιοδικό πήρε άλλη διάσταση, τόσο στη θεματολογία όσο και στην εμφάνιση, μετά από την ανάληψη της ευθύνης για την σύνταξη του, από τον Νίκο Φιλίππου.

Είχα συμμετάσχει μαζί της σε εκστρατείες ενημέρωσης και επιμόρφωσης, σε θέματα σχετικά με το διαβήτη, από το Διδυμότειχο μέχρι την Κρήτη.

Κάθε φορά με εντυπωσίαζε ο ενθουσιασμός της και η μαχητικότητα της προκειμένου να εξασφαλίσει τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους, μέσω της υποστήριξης των φαρμακευτικών εταιριών.

Η Κατερίνα σε ηλικία 52 ετών πριν 10 μέρες «προσεκομίσθη νεκρή» στο ΚΑΤ – και αυτό που με τρελαίνει είναι ότι δεν ξέρουμε ακριβώς την αιτία θανάτου.

Το ιατροδικαστικό πιστοποιητικό έγραφε « πνευμονικό οίδημα» αλλά ξέρουμε ότι αυτό αποτελεί (εκτός αν κάνει κανείς χρήση ναρκωτικών ουσιών) διάγνωση αμηχανίας, όταν δεν υπάρχουν άλλα ευρήματα.

Τα πιο φοβερό όμως είναι ότι υπάρχει έντονα η υποψία, βλέποντας τις τιμές στον μετρητή ζαχάρου που είχε, ότι μπορεί να κατέληξε λόγω διαβητικής οξέωσης, με άλλα λόγια, από πολύ υψηλό ζάχαρο ή από κάποια επιπλοκή που προήλθε από το γεγονός ότι ήταν για δύο 24ωρα με ιδιαίτερα υψηλές τιμές ζαχάρου.

Η Πρόεδρος των ατόμων με διαβήτη!

Τι να σημαίνει αυτό; Ότι δεν φτάνει μόνο να έχει κανείς γνώσεις (η Κατερίνα ήξερε από διαβήτη) χρειάζεται και κάτι ακόμα ώστε να κινητοποιηθείς για να τις εφαρμόσεις ή να ζητήσεις βοήθεια.

Οι άνθρωποι του στενού περιβάλλοντος μπορεί να υπερεκτιμήσουν τις ικανότητες κάποιου και να μην δράσουν ανάλογα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχαν αρκετοί γύρω της που δεν αξιολόγησαν το ότι κοιμότανε μέχρι τις 11 το πρωί, πράγμα ασυνήθιστο γι αυτήν.

Οι άνθρωποι που έχουν σημαντική θέση σε κάποιο χώρο, τις περισσότερες φορές, δεν αναθέτουν το πρόβλημά τους σε κανένα – και κανείς δεν τολμά να επέμβει. Αποτέλεσμα να μην έχουν ούτε τη στοιχειώδη ιατρική φροντίδα, που έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι, (κάτι παρόμοιο φαίνεται ότι συνέβη και με τον Αρχιεπίσκοπο).

Η απώλεια για τον χώρο των ατόμων με διαβήτη είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ μεγάλη. Δεν πρόκειται απλώς για κάποια πρόεδρο που έφυγε και στην θέση της θα εκλεγεί κάποιος άλλος για να συνεχίσει το έργο. (Αυτό ελπίζω και πιστεύω ότι θα γίνει). Πρόκειται για ένα άτομο που δημιούργησε και έστησε θεσμούς – από το μηδέν.

Η Κατερίνα Κουλουρίδου ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος, ο οποίος ήξερε να διεκδικεί αποτελεσματικά αυτό που η ίδια αποκαλούσε αυτονόητο, αλλά που στο τόπο μας κάθε άλλο παρά αυτονόητο είναι.

Δευτέρα, Ιούνιος 04, 2007

Γερνάμε με χάρη;


Πριν από μερικές ημέρες πρότεινα, σε κυρία ηλικίας 75 ετών, να αρχίσει ινσουλίνη, σαν μόνο τρόπο για να ρυθμίσει το ζάχαρο της.

Της εξήγησα ότι επειδή έχει διαβήτη πάνω από 10 χρόνια έχουν εξαντληθεί τα δικά της αποθέματα σε ινσουλίνη, το ζάχαρο της είναι σταθερά υψηλό εδώ και αρκετό καιρό και θα μπορούσε να βοηθηθεί κάνοντας μια ένεση την ημέρα, σε συνδυασμό με τα χάπια.

Η αντίδραση τόσο από την ίδια όσο και την κόρη που την συνόδευε, ήταν αστραπιαία: «Θα πρέπει να τρυπιέται για όλη της τη ζωή;»

Τους είπα ότι οι ενέσεις ινσουλίνης δεν έχουν σχέση με τις άλλες, δεν πονάνε καθόλου και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι πιθανότητες για ζωή σε καλή κατάσταση, αυξάνονται αν ρυθμιστεί ο διαβήτης.

Η απάντηση σε αυτό ήταν: «Δεν έχει βρει ακόμα τίποτα η Επιστήμη;»

Σκέφτηκα ότι η συνέχιση του διαλόγου σε αυτή τη βάση δεν θα οδηγούσε πουθενά.

Δεν θεωρούσαν την ανακάλυψη της ινσουλίνης επιστημονική πρόοδο, θεωρούσαν ότι στα 75 του κάποιος είναι κρίμα να ταλαιπωρείται, έστω και με ένα ανώδυνο τρύπημα την ημέρα και εξέπεμπαν δυσαρέσκεια προς εμένα, που τους πρότεινα την ινσουλίνη και δεν είχα καταφέρει, σαν εκπρόσωπος της Επιστήμης, να βρω κάτι καλύτερο.

Η κυρία που περιέγραψα δεν είναι μια γραφική εξαίρεση. Αν όχι ο κανόνας, πάντως οι περισσότεροι άνθρωποι δυσκολεύονται πάρα πολύ να αποδεχθούν ότι με την ηλικία έρχονται και τα νοσήματα φθοράς.

«Μα γιατί να με πονάνε τα γόνατα;» συχνά επαναλαμβανόμενο παράπονο. Το ότι αυτά τα γόνατα κουβαλάνε επί 40 χρόνια γύρω στα 80 κιλά βάρος, δεν μετράει.

Καθημερινή κατανάλωση βιταμινών και τονωτικών για να μην νοιώθουν κουρασμένοι έστω και μετά τα 80.

Μπορεί να μου πει κανείς: «Μα γιατί σε εκπλήσσει αυτό, δεν είναι ανθρώπινο και φυσικό να μην θέλει κανείς να συμφιλιωθεί με τα γηρατειά και την αρρώστια;
Δεν είναι μοιρολατρία να παραιτηθείς από το να διεκδικείς συνεχή βελτίωση της κατάστασης σου;»

Ε λοιπόν εγώ πιστεύω ότι ισχύει το αντίθετο! Αν δεν έχεις την «σοφία» να αποδεχθείς τους περιορισμούς που σου θέτει το σώμα σου, λόγω ηλικίας ή κάποιας άλλης κατάστασης, αν δεν μπορείς να «ακούς» τα μηνύματα που σου στέλνει κάθε μέλος του σώματος σου, τότε θα βρίσκεσαι σε συνεχή κατάσταση διαμαρτυρίας και γκρίνιας, αδύναμος να χαρείς αυτά που μπορείς να κάνεις.

Έχω την εντύπωση ότι η κατάσταση είναι χειρότερη στις γυναίκες από ότι στους άνδρες.

Οι περισσότερες, δύο τρία χρόνια αφότου μπουν στην εμμηνόπαυση, χάνουν το ανθρώπινο σχήμα. Αυτή καθεαυτή η εμμηνόπαυση συνεπάγεται μείωση του μεταβολισμού, αύξηση του σωματικού βάρους κατά 5-10 κιλά και ανακατανομή του λίπους (κοιλιακή παχυσαρκία, αύξηση στήθους μείωση της μάζας στα άκρα).

Πως αντιδρά η πλειοψηφία των Ελληνίδων σε αυτό;

Αντί να αρχίσει οποιαδήποτε μορφής άσκηση, να προσέξει ιδιαίτερα το διαιτολόγιο της, να φροντίσει το σώμα της πριν εμφανισθεί η υπέρταση, το ζάχαρο ή η οστεοπόρωση, δεν κάνει τίποτα για μια πενταετία και όταν αυτά προκύψουν, αρχίσει το αναθεμάτισμα.

Μου κάνει εντύπωση όταν ακούω στα συνέδρια στο εξωτερικό, τις Αγγλίδες ή Γερμανίδες συναδέλφους να συζητάνε μεταξύ τους για τις επιδόσεις που έχουν στα σπορ που κάνουν. Οι δικές μου συνήθως απαριθμούν τα προβλήματα υγείας, τα δικά τους ή της οικογένειάς τους.

Δεν θα πείραζε καθόλου να μπορούσαμε να γεράσουμε χωρίς καμία συνέπεια στις δυνάμεις μας, στο κορμί μας στο μυαλό μας, εξάλλου ο καθένας μας έχει διαφορετικές αντοχές.

Μακάρι στο μέλλον να μπορεί να αντικατασταθεί με τρόπο μηχανικό ή βιοτεχνολογικό, κάθε όργανο που παρουσιάζει φθορά.

Όμως έως ότου επιτευχθεί κάτι τέτοιο, μήπως θα είχε πιο θετική επίδραση η αποδοχή του γεγονότος ότι όσο γερνάμε αυξάνονται οι πιθανότητες να παρουσιάσουμε τα λεγόμενα νοσήματα φθοράς και το ενδεχόμενο να εμφανίσουμε κάποια σοβαρή πάθηση;

Αλλιώς εκτός από την φθορά της ηλικίας θα υποστούμε και την φθορά της μεμψιμοιρίας και δεν θα χαρούμε ακόμα και αυτά που θα μπορούσαμε

Έχω δε την εντύπωση ότι όσο λιγότερο ασχολούμεθα εμείς με τους γέροντες μας τόσο περισσότερο απαιτούμε από την Επιστήμη να τους απαλλάξει από τα προβλήματα υγείας που έχουν, έτσι ώστε να μην τα φορτωνόμαστε και εμείς.

Ανάμεσα στην παραίτηση του: «τι τα θέλεις πια, γεράσαμε» και την απαίτηση: «δεν υπάρχει τονωτικό για να μην νοιώθω κουρασμένος;» (έστω και στα 80+) υπάρχει μια τρίτη στάση ζωής. Αυτή που δίνει δύναμη να πάμε κόντρα στην φθορά ενσωματώνοντας τις απώλειες.



Σάββατο, Μάϊος 19, 2007

Οταν η σχέση βαλτώσει



Πριν από δύο ημέρες, στο ιατρείο που κάνω για παιδιά και νέους, ήρθε ο Νίκος.

Ο Νίκος είναι γύρω στα τριάντα, έχει διαβήτη από 14 ετών και εγώ τον βλέπω τα τελευταία 5 χρόνια.

Δεν έχω προσωπική εικόνα του πώς ήταν τα πράγματα πιο παλαιά, εκείνο που ξέρω είναι ότι τα τελευταία 2-3 χρόνια, όταν έρχεται στο Κέντρο (πάντα τυπικός στα ραντεβού του) γίνεται σχεδόν κάθε φορά ο ίδιος διάλογος:

- Τι κάνεις, πώς είσαι Νίκο;
- Καλά είμαι, όπως πάντα, δουλειά πολλή, ξέρετε πως είναι τα πράγματα (εργάζεται ως ταπετσιέρης).
- Μήπως αυτή τη φορά άρχισες να ελέγχεις το ζάχαρο σου;
- Σπάνια, μια φορά την εβδομάδα….. Δεν αρκεί ε; Τι ζάχαρο είχα σήμερα, πόσο βγήκε η γλυκοζυλιωμένη;
- Είναι και τα δύο ψηλά Νίκο, πώς να πέσει το ζάχαρο όταν δεν κάνεις δίαιτα και δεν έχεις και ιδέα του που κυμαίνονται οι τιμές σου.
- Δίκιο έχετε, τα έχουμε πει τόσες φορές άλλωστε! Θα προσπαθήσω πάντως να προσέχω περισσότερο.

Ο διάλογος δεν τελειώνει εδώ, αλλά δεν έχει νόημα μια εκτενέστερη περιγραφή. Ο λόγος που το αναφέρω είναι γιατί ο Νίκος είναι ιδιαίτερα φιλικός, δείχνει να αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο της συμπεριφοράς του ως προς τη ρύθμιση του διαβήτη του, είναι έτοιμος να προσπαθήσει, αλλά δύο χρόνια τώρα, ίσως και παραπάνω, έχουμε μια από τα ίδια.

Δεν έχω την αίσθηση ότι υπάρχουν δυνατότητες για μια πιο εις βάθος συζήτηση. Η προσπάθεια διερεύνησης του γιατί δεν κάνει τίποτε περισσότερο από τα άκρως απαραίτητα, αρχίζει και τελειώνει με κάτι σαν «ναι μωρέ αλλά τελικά μπλέκω με τη δουλειά, ή με την παρέα και εντάξει δεν γίνεται τίποτα».

Όπως ήδη ανέφερα είναι τυπικότατος στα ραντεβού στο Ιατρείο, στο να κάνει τις γενικές εξετάσεις όταν αυτό του ζητηθεί ή έστω και με καθυστέρηση, στο να πάει στον οφθαλμίατρο για έλεγχο.

Προχθές, μου πέρασε η ιδέα ότι, με το να έρχεται σε μένα κάθε τρεις μήνες, μπορεί γι αυτόν να σημαίνει, ότι δεν θα πάθει τίποτε, μια και παρακολουθείται τακτικά από διαβητολόγο, έστω και αν αυτός δεν κάνει τίποτα.

Κάτι ανάλογο με αυτό που πιστεύουν ορισμένοι δήθεν θρησκευόμενοι, ότι δηλαδή αν εξομολογηθείς σε παπά την αμαρτία πού έκανες, αυτή παραγράφεται, είναι σαν να μην έγινε.

Μπορεί και εγώ να συντηρώ αυτή την πεποίθηση με την κατανόηση και την ανεκτικότητα μου.

Γιατί άσχετα αν κάθε φορά επαναλαμβάνω το ότι δεν θα έπρεπε να πίνει 4 μπύρες σχεδόν κάθε μέρα, το ότι δεν μπορεί να ρυθμισθεί το ζάχαρο αν το μετράει μια φορά την εβδομάδα και ότι είναι επικίνδυνο να περιφέρεται με το μηχανάκι του, χωρίς να έχει ιδέα αν έχει υπογλυκαιμία ή όχι, συνεχίζω και τον βλέπω κάθε τρεις μήνες.

Έτσι την τελευταία φορά , όταν φεύγοντας με χαιρέτησε με το συνηθισμένο άνετο, εγκάρδιο χαμόγελο, λέγοντας : «θα είσαστε εδώ τον Αύγουστο για να κλείσω ραντεβού;» επιστράτευσα τη δύναμη μου και με ήπιο αλλά σταθερό τόνο, του είπα: «δεν νομίζω ότι έχει νόημα να ξαναέρθεις, δεν βλέπω να μπορώ να σε βοηθήσω , θα ήταν καλύτερα να έβλεπες κάποιον άλλον που θα είχε καλύτερα αποτελέσματα».

Δεν το έκανα για να εκβιάσω την κατάσταση, δεν ένοιωθα ότι με κούρασε ούτε ότι με θύμωνε η στάση του. Πίστευα ότι έπρεπε , εγώ τουλάχιστον, να έχω το θάρρος να αναγνωρίσω την αποτυχία αυτής της θεραπευτικής σχέσης.

Η σχέση γιατρού-ασθενούς δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής με κριτήριο το αν και οι δύο νοιώθουν άνετα μέσα σε αυτήν. Όλα αυτά είναι επιθυμητά , αλλά αν η κατάσταση υγείας του ασθενούς δεν βελτιώνεται ή, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει ρύθμιση του σακχάρου, η σχέση είναι αναποτελεσματική .

Η έκπληξη του Νίκου ήταν αναμενόμενη. Άσχετα με το τι θα έλεγα ή θα εξηγούσα εγώ, αυτός εισέπραττε απόρριψη.

«Έχετε δίκιο δεν κάνω τίποτα…..» δεν τον άφησα να ολοκληρώσει γιατί δεν ήθελα να κάτσει πάνω στην ερμηνεία, του «με βαρέθηκε γιατί δεν είμαι σωστός».

Άλλωστε δεν πρόκειται για αυτό, νομίζω ότι και εγώ με την ανεκτικότητα μου και την οποιαδήποτε κατανόηση του έχω δείξει, δεν τον βοηθάω στο να μπει σε ένα πρόγραμμα πειθαρχίας, ανάλογο με αυτό που έχει στην δουλειά του.

Παρά το ότι λογικά είμαι πεπεισμένη ότι έκανα τη σωστή κίνηση, αισθάνομαι σαν «να του την έφερα» και να τον άφησα ξεκρέμαστο.

Του είπα ότι θα του συστήσω σε ποιον συνάδελφο να πάει, ότι μπορεί να έρχεται να μας βλέπει όποτε θέλει κ.τ.λ.

Ο Νίκος δεν είναι μέσα στους νέους με τους οποίους έχω εγκαταστήσει κάποια πιο ουσιαστική σχέση. Η κατάλυση της θεραπευτικής μας επικοινωνίας, από αυτή την πρωτοβουλία μου, ήταν για μένα η αρχή ενός δύσκολου προβληματισμού, σχετικά με το αν, πότε και πως πρέπει να αφήνεις τον άλλον, (όταν αυτός είναι ο ασθενής σου).

Το ότι διαπιστώνεις ή υποθέτεις, ότι η πολύ καλή επικοινωνία σας αποτελεί καταφύγιο για τον ασθενή, τον ηρεμεί από το άγχος τού «δεν προσπαθώ», αντί να τον κινητοποιεί, είναι επαρκής λόγος για να κόψεις τις γέφυρες;

Δεν θα έκανα κάτι παρόμοιο με ένα έφηβο. Ξέρω ότι χρειάζεται να κρατήσω ανοικτό το κανάλι της επικοινωνίας μας, έτσι ώστε όταν περάσει η ηλικία της αντίδρασης, να ξαναδούμε τα πράγματα με άλλο μάτι.

Όταν όμως έχεις να κάνεις με κάποιον που έχει ήδη 15 χρόνια το νόσημα, είναι επαγγελματίας έχει οικογένεια, έχεις αφιερώσει 2-3 χρόνια για προσαρμογή και δεν αλλάζει τίποτα, παρά το γεγονός ότι του είχα επισημάνει την ματαιότητα μιας τέτοιας μη-συνεργασίας – τι νόημα έχει η διατήρηση αυτής της επικοινωνίας;

Ενώ τα σκέπτομαι όλα αυτά και λέω «δεν γινόταν αλλιώς», έχω μια πολύ πικρή αίσθηση προσωπικής αποτυχίας. Ναρκισσιστική αντίδραση που ίσως να δικαιολογείται από το ότι μου παρέπεμψαν τον Νίκο λέγοντας μου: «δες τον, αν και δεν νομίζω ότι θα έρχεται στα ραντεβού του».

Έχω ήδη πει ότι ερχόταν ανελλιπώς και στο τέλος εγώ τον έδιωξα. Διερωτώμαι τώρα: αυτό το σοκ θα λειτουργήσει θετικά;