Κυριακή, Απριλίου 15, 2007

Μαντζούνια



Το Νοσοκομείο που εργάζομαι, βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας, Πειραιώς και Σωκράτους γωνία. Αν κατηφορίσει κανείς την Σωκράτους προς το Μοναστηράκι, βρίσκεται μετά από λίγα μέτρα, σε περιβάλλον που θυμίζει Μαρόκο ή Τυνησία.

Υπάρχουν τρία τέσσερα παλαιότατα καταστήματα με «εδώδιμα και αποικιακά» όπου μπορεί να βρει κανείς, μέσα σε τεράστια τσουβάλια, ή κρεμασμένα από το ταβάνι, ό,τι μπορεί να φανταστεί σε μπαχαρικά, τσάγια, βότανα, μυρωδικά και άλλα πολλά.

Πριν μερικές μέρες βρέθηκα εκεί, λίγο για να χαζέψω αλλά και για να ψάξω σπάνια αφεψήματα. Παρατήρησα ότι σε κάθε τσουβάλι, εκτός από την ονομασία του φυτού, υπήρχε και η ένδειξη του σε ποια νόσο ενδείκνυται.

Υπήρχαν όλες οι ειδικότητες, αρχής γενομένης της δικιάς μου : για ζάχαρο, για χοληστερίνη, για τον προστάτη, για πέτρες (άλλο για της χολής και άλλο για αυτές των νεφρών). Υπήρχαν και ειδικότητες που δεν έχουμε στο νοσοκομείο μας : για δυσμηνόρροια, ή για αλλεργίες.

Την ώρα που χάζευα, μπήκε κάποιος κύριος και ζήτησε να του συστήσουν κάτι για το ζάχαρο. Η έκπληξη μου ήταν απίστευτη όταν άκουσα την ερώτηση του υπεύθυνου του καταστήματος : «έχετε ζάχαρο πάνω ή κάτω από 200;» «Τις περισσότερες φορές πάνω από 200» ήταν η απάντηση. Τότε ο άλλος, με απόλυτη αυτοπεποίθηση, του είπε: «αυτό θα πάρετε».

Δεν ξέρω πως κρατήθηκα να μην επέμβω και να πω: πάρε άνθρωπε μου κανένα αντιδιαβητικό χάπι, να το ρυθμίσεις το ζάχαρο σου!

Υποθέτω ότι στο χώρο εκείνο, δεν είχα καμία ελπίδα να εισακουσθώ. Το πιο πιθανό θα ήταν να δεχθώ φραστική επίθεση του τύπου: « ό,τι κάνει η φύση, δεν το φτάνει κανένα φάρμακο!».

Τι μας κάνει, άλλους περισσότερο άλλους λιγότερο να εμπιστευόμαστε απόλυτα τα διάφορα «μαντζούνια» ενώ παράλληλα παρατηρείται τεράστιο πρόβλημα στην συμμόρφωση των ασθενών για την τακτική λήψη των φαρμάκων τους;

Δεν αναφέρομαι σε καταστάσεις όπου η ιατρική αδυνατεί να προσφέρει οιαδήποτε βοήθεια. Τότε είναι αυτονόητο ότι ο απελπισμένος άνθρωπος θα δοκιμάσει το οτιδήποτε, προκειμένου να διατηρήσει την ελπίδα μιας βελτίωσης.

Αναφέρομαι σε αυτούς που τους φέρνουν σε διαβητικό κώμα, γιατί αντί για δισκία ή ινσουλίνη, πίνουν το ζουμί από βρασμένα νεράντζια (υποθέτω ότι έχει να κάνει με το ότι το πικρό θα νικήσει το γλυκό).

Αυτούς που καταλήγουν με επίσχεση ούρων γιατί προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την υπερτροφία του προστάτη τους, όχι χειρουργικά, αλλά με βότανα.

Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά , πολλές φορές με τραγικές συνέπειες, εκεί όπου οι ασθενείς διακόπτουν την χημειοθεραπεία προς χάριν κάποιου περίεργου σκευάσματος, που μόνο αυτός που το πουλάει ξέρει πως δρα.

Όμως δεν υπάρχει και κάποια δόση αλήθειας σχετικά με την ευεργετική δράση που έχουν αυτές οι ουσίες;

Σίγουρα, ναι.

Πρόσφατα δημοσιεύτηκε εργασία, σε πολύ έγκριτο Αμερικανικό περιοδικό , σχετικά με την ευεργετική δράση της κανέλλας στον διαβήτη τύπου 2.

Πριν από μερικά χρόνια το Lancet, από τα σοβαρότερα ιατρικά περιοδικά, δημοσίευσε μελέτη που έδειχνε μείωση των επιπέδων χοληστερίνης, μετά από κατανάλωση φασκόμηλου.

Το σκόρδο χρησιμοποιείται από ετών για την αντιμετώπιση της υπέρτασης. Τελευταία κυκλοφορούν σκευάσματα που περιέχουν τις ευεργετικές ουσίες του σκόρδου, χωρίς την δυσάρεστη οσμή του.

Όλα αυτά και αρκετά άλλα παραδείγματα, αφορούν κατά κανόνα, ήπιες καταστάσεις, όπου το πρόβλημα βρίσκεται σε αρχικά στάδια με μικρή απόκλιση των τιμών από το φυσιολογικό και βέβαια όχι για κάθε πάθηση.

Η πιο αυτονόητη απάντηση, είναι ίσως, το ότι θεωρούμε ότι τα προϊόντα της φύσης είναι αγνά «φυσικά» και ως εκ τούτου αθώα, σε σχέση με τις χημικές ουσίες των φαρμάκων.

Αυτό δεν είναι καθόλου έτσι! Το διαβολόχορτο που έφαγαν πριν από μερικούς μήνες κάποιοι, τους έστειλε στην εντατική και φαίνεται ότι γλίτωσαν από το θάνατο , στο παραπέντε, λόγω της έγκαιρης και αποτελεσματικής Ιατρικής φροντίδας.

Η κανέλλα που ανέφερα παραπάνω είναι τοξική, αν καταναλωθεί σε μεγαλύτερες από την συνιστώμενη δόση.

Πολλοί είναι αυτοί που εμφανίζουν έντονη αλλεργία σε αθώα βότανα, όπως το τσάι του βουνού και το φασκόμηλο.

Η θυσία στην οποίαν υποβάλλονται οι άνθρωποι προκειμένου να πάρουν κάποια ουσία που θεωρούν ευεργετική, είναι πολλαπλάσια αυτής του να πάρουν ένα σκεύασμα από το φαρμακείο. Ξοδεύουν χρήματα για να αγοράσουν βασιλικό πολτό, καταπίνουν καθημερινά πρωί νηστικοί, κοκτέιλ από βρασμένα νεράντζια και γρεϊπφρούτ, βράζουν χαρούπια και πίνουν το ζουμί, καθώς και ένα σωρό άλλα πράγματα, προκειμένου να μην πάρουν κάποιο χάπι.

Διερωτώμαι τι μας κάνει το 2007, και ενώ απολαμβάνουμε και καταναλώνουμε τόσα τεχνολογικά επιτεύγματα κάθε στιγμή της ζωής μας, να αναζητάμε στα μπακάλικα της Σωκράτους λύσεις στα προβλήματα της υγείας μας.

Τετάρτη, Απριλίου 11, 2007

Active Listening



Έχω αναφερθεί, σε προηγούμενο post, στο πόσο σημαντικό είναι να «ακούμε» τους ασθενείς μας, εμείς σαν θεραπευτές, (και γενικά να ακούμε ουσιαστικά αυτό που έχουν να μας πουν οι άνθρωποι γύρω μας).

Σε συνέχεια του προηγούμενου post, θα ήθελα να αναφερθώ σε μια πιο ειδική διαδικασία, που ονομάζεται ενεργός ακρόαση (active listening).

Η διαδικασία αυτή, μπορεί να αποτελέσει τον τρόπο για να ξεπεράσει κανείς το αδιέξοδο που προκύπτει στην επικοινωνία, όταν ένας από τους δύο μεταθέτει στον συνομιλητή του την δυσκολία που νιώθει για να πάρει αυτός απόφαση για κάποιο πρόβλημα του.

Η ενεργός ακρόαση δεν είναι μια παθητική αλλά μια δυναμική διαδικασία κατά την οποίαν αναλύουμε αμέσως όσα μας λέει ο συνομιλητής μας, προσπαθούμε να αντιληφθούμε την συναισθηματική φόρτιση που φέρουν, επαναδιατυπώνουμε αυτό που καταλάβαμε και το θέτουμε στην κρίση του συνομιλητή μας.

Η ενεργός ακρόαση συνεπάγεται την ικανότητα να ακούς με κατανόηση τόσο νοητική όσο και θυμική.

Βασικά χαρακτηριστικά της είναι:


• Αναγνώριση
• Αξιολόγηση
• Διερεύνηση
• Ερμηνεία- αποκωδικοποίηση
• Υποστήριξη

Νομίζω ότι η έννοια κλειδί είναι το να αντιληφθούμε την συναισθηματική φόρτιση που έχουν αυτά που μας λέει ο συνομιλητής μας. Με την επαναδιατύπωση, που εμπεριέχει και τον παράγοντα θυμικό, μπαίνουμε σε επίπεδο μετα-επικοινωνίας. Αυτό δίνει και στους δύο συνομιλητές την δυνατότητα να επικοινωνήσουν πάνω στον τρόπο που επικοινωνούν – και, σε δεύτερο χρόνο, να ασχοληθούν με αυτό καθαυτό το περιεχόμενο.

Έτσι στο παράδειγμα που είχα αναφέρει, με τον νέο που εκνευρίζεται μαζί μου επειδή πρέπει να προσθέσει άλλη μια ένεση ινσουλίνης για να καταφέρει να έχει καλή ρύθμιση χωρίς υπογλυκαιμίες, έχω τη δυνατότητα να του πω: «Αυτά είναι τα σύγχρονα συστήματα και μπορείς να το επιλέξεις ή να συνεχίσεις με αυτό που ήδη κάνεις, έχοντας όμως τα προβλήματα που ήδη ξέρεις» ή να επαναδιατυπώσω αυτό που μου είπε, ενσωματώνοντας, αποκωδικοποιώντας τον συναισθηματικό παράγοντα, θέτοντας το στην κρίση του για την ορθότητα της ερμηνείας μου.

Π.χ.: «Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι έχεις κουραστεί να ασχολείσαι τόσα χρόνια με το ζάχαρο σου, η προσθήκη μιας ακόμα ένεσης σου υπενθυμίζει την ατέρμονη φροντίδα που χρειάζεται το νόσημα σου. Θα ήθελες να μπορώ να σου προτείνω μια λύση που να απλοποιεί τα πράγματα για σένα ενώ εγώ σου προσθέτω κάτι, αντί να αφαιρέσω. Έχεις δίκιο να διαμαρτύρεσαι, δεν σου δίνεται η δυνατότητα να μπορείς να ‘ξεχάσεις’ ότι έχεις διαβήτη».

Χωρίς να παραιτηθώ από το εντατικοποιημένο σχήμα που έχω προτείνει (δεν είναι στο χέρι μου άλλωστε) αποφεύγω να αντιδικήσω με τον ασθενή μου, ο οποίος τα βάζει μαζί μου, ενώ στην πραγματικότητα αγανακτεί με το ότι έχει ένα χρόνιο νόσημα.

Στην καθημερινή μας ζωή συχνά βιώνουμε αυτή την «σύγχυση» ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και στον τρόπο με τον οποίον λέγεται, από τον συνομιλητή μας.


Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δεν μπορούν πάντα να εφαρμοσθούν, λόγω αντικειμενικών συνθηκών (το είδος σχέσης που έχουν οι συνομιλούντες) ή και λόγω της δικής μας συναισθηματικής φόρτισης που κάνει την μετα- επικοινωνία πολύ δύσκολη.

Τουλάχιστον όμως, εκεί που οι ρόλοι είναι πιο διακριτοί, μια παρόμοια προσέγγιση μπορεί να συμβάλει στην βελτίωση της συνεργασίας για όφελος και των δύο.


Σάββατο, Μαρτίου 31, 2007

Μεταθέτοντας το πρόβλημα




Η ιδέα γι’αυτό το post προέκυψε μέσα από συζήτηση, που είχα πριν μερικές ημέρες με δύο ανθρώπους, μια φίλη και έναν ασθενή μου.

Η φίλη μου με πήρε να μου πει ότι επισκέφθηκε διαιτολόγο (πρέπει να χάσει περί τα 15 κιλά λόγω προβλημάτων υγείας) ο οποίος της είπε να συνοδεύει κάθε γεύμα με άφθονη σαλάτα για να έχει το αίσθημα του κορεσμού.

Ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:

Εγώ:
- Έτσι δίνουμε πάντα γιατί αλλιώς νοιώθει πείνα κανείς και δεν τηρεί το διαιτολόγιο.
- Ναι αλλά εγώ δεν μπορώ να φάω σαλάτα, μου πέφτει βαριά, δεν έχω φάει σχεδόν ποτέ στη ζωή μου (αυτό ειπωμένο με ύφος εκνευρισμένο σαν να την είχαν προσβάλει).
- Δοκίμασε να φας βραστή σαλάτα, είναι πιο εύπεπτη .
- Α πα, πα δεν μου αρέσει καθόλου.
- Εντάξει τότε δεν θα έχει σαλάτα το γεύμα σου
- Μα δεν μπορεί να χορτάσω μόνο με την ποσότητα που έχω για κυρίως γεύμα!
- Αν αυξήσεις την ποσότητα αυτή, δεν θα καταφέρεις να χάσεις ούτε τα μισά από τα κιλά που πρέπει να χάσεις.
- Ε ναι, αλλά πως θα γίνει!

Στη δεύτερη περίπτωση, μιλάω με έναν νέο που έχει 20 χρόνια διαβήτη, κάνει τρεις ενέσεις την ημέρα και τώρα παρουσιάζει περίεργες διακυμάνσεις στις τιμές του ζαχάρου, που οφείλονται στο ότι έχει, όπως οι περισσότεροι νέοι, ακατάστατο ωράριο γευμάτων. Πριν από μερικές ημέρες έπαθε μια βαριά υπογλυκαιμία στον ύπνο του, τραυματίστηκε δαγκώνοντας τη γλώσσα του και τρόμαξε πολύ από το όλο συμβάν.

Έχω ήδη αναφερθεί σε αυτό, αλλά για όσους δεν ξέρουν από διαβήτη, πρέπει να πω ότι οι ενέσεις ινσουλίνης γίνονται με λεπτότατες κοντές βελόνες, δεν έχουν σχέση με αυτές που κάνουμε σαν ενδομυϊκές ή ενδοφλέβιες και ως εκ τούτου δεν πονάνε σχεδόν καθόλου.

Προκειμένου να μπορεί να έχει το πρόγραμμα ζωής που θέλει αλλά και καλή ρύθμιση του ζαχάρου του προτείνω να κάνει το πιο σύγχρονο σχήμα ινσουλινοθεραπείας που δίνει ελευθερία κινήσεων, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων ενέσεων την ημέρα και περισσότερες μετρήσεις ζαχάρου, από τις δύο που κάνει ο ασθενής μου τώρα.

Η αντίδραση του ήταν:
- Μα τι μου λέτε τώρα; Να κάνω και άλλη ένεση;
- Αυτό που λέω είναι ότι υπάρχει σχήμα που μπορεί να σου δώσει την δυνατότητα να τρως όποτε θέλεις, να μειώσεις τον κίνδυνο εμφάνισης υπογλυκαιμιών, να έχεις καλή ρύθμιση του ζαχάρου σου. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να κάνεις 4 αντί για 3 ενέσεις και να μετράς το ζάχαρο σου, πιο συχνά σε σχέση με τώρα.

Ακολουθεί έκφραση εκνευρισμού και αγανάκτησης και το «μα ποιος τα κάνει αυτά;»
- Όλοι οι νέοι που έχουν όπως εσύ το ίδιο πρόβλημα.
- Πολύ ωραία! τέλος πάντων δεν βλέπω να ακολουθώ αυτό το σχήμα
- Τότε ας μείνουμε σε αυτό που κάνεις αλλά να κοιμάσαι με πιο υψηλές τιμές ζαχάρου ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος υπογλυκαιμίας στον ύπνο.
- Ναι αλλά έτσι μπορεί να πάθουν τα μάτια μου….

Θεωρώ χαρακτηριστικό των δυο παραπάνω τύπων συμπεριφοράς, το ότι τα άτομα χρεώνουν τον άλλον ή τους άλλους με το πρόβλημα που καλούνται οι ίδιοι να αντιμετωπίσουν, ενώ οι ίδιοι είναι απρόθυμοι να κάνουν οιαδήποτε παραχώρηση.

Δεν λένε δηλαδή: «Μου συνέβη κάτι, πρέπει να το αντιμετωπίσω, δεν μπορώ να υιοθετήσω αυτό που μου συστήνουν, άρα παραμένουν τα πράγματα ως έχουν, μέχρι να βρεθεί μια πιο εφικτή για μένα λύση» αλλά: «αυτό που μου προτείνεται δεν το μπορώ, δεν δέχομαι να παραμείνουν τα πράγματα όπως έχουν, δες εσύ τι θα κάνεις για να λύσεις το πρόβλημά μου».

Είναι δε χαρακτηριστικό το ότι με σου μεταφέρουν την ευθύνη των τυχόν προβλημάτων που μπορεί να προκύψουν, από το γεγονός ότι δεν βρήκες ΤΗ λύση.


Όπως: «και τι θα γίνει που εγώ με αυτά τα κιλά δυσπνοώ;» ή: «αν ξαναπάθω υπογλυκαιμία στον ύπνο μου και δεν συνέρχομαι;».

Ίσως να παίζει ρόλο και το πόσο επιρρεπής είναι ο συνομιλητής στο «να φορτωθεί» την απροθυμία ή αδυναμία του άμεσα ενδιαφερόμενου, για αλλαγή στάσης.


Ενδεχομένως κάποιος αδιάφορος θεραπευτής να μην άφηνε περιθώρια για διαπραγμάτευση, να έδινε την συνταγή με το νέο σχήμα και να τέλειωνε η συζήτηση εκεί.

Τι γίνεται όμως όταν από την μια δεν θέλεις να υιοθετείς παρόμοιο τρόπο συμπεριφοράς με τους ασθενείς σου, αλλά από την άλλη οι ίδιοι δεν έχουν μάθει να παίρνουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί, πράγμα που μπορεί να συμβαίνει και σε άλλους τομείς της ζωής τους.

Υπάρχει βέβαια ολόκληρη θεωρία, το health locus of control και το health belief model, που αναφέρονται στους τύπους των ανθρώπων ανάλογα με το ποιος πιστεύουν ότι είναι υπεύθυνος για την έκβαση της υγείας τους.

Σύμφωνα με αυτές λοιπόν υπάρχουν εκείνοι που θεωρούν ότι υπεύθυνοι για την υγεία τους είναι μόνο οι ίδιοι. Άλλοι αναθέτουν τα πάντα στον θεραπευτή και άλλοι στην τύχη ή τον Θεό.

Μένει τώρα να εξετασθεί το πώς αντιδρά συνήθως ο θεραπευτής και πώς θα έπρεπε να αντιδράσει προκειμένου να ξεπεραστεί το πρόβλημα.

Πέμπτη, Μαρτίου 22, 2007

Ιδεολογία του σώματος


Το προηγούμενο post έδινε μερικές γενικές πληροφορίες σχετικά με την «σωστή» διατροφή. Όμως τις περισσότερες φορές, στην συζήτηση με τους ασθενείς μου, όταν αναφέρομαι στο ότι έχουν περισσότερα κιλά από το φυσιολογικό, για το ύψος τους, βάρος, μου λένε: «μήπως έχετε να μου δώσετε κάποιο διαιτολόγιο;».

Ξέρω ότι έχουν πάρει και έχουν κρεμάσει σε κάποιο ντουλάπι της κουζίνας τους καμιά δεκαριά μέχρι τώρα, γι αυτό και τους ρωτάω: «τι είναι αυτό που δεν ξέρετε και θέλετε να σας πούμε, σχετικά με το θέμα φαγητό;».

Η συνηθισμένη απάντηση είναι: «ναι, ξέρω τι πρέπει να κάνω αλλά δεν το κάνω τελικά».

Θα παραθέσω μερικές σκέψεις, για την σχέση που έχουμε, εμείς σαν άτομα, η κοινωνία αλλά και η Ιατρική, με την έννοια «Σώμα».

Τις τελευταίες δεκαετίες έχει δημιουργηθεί μία μυθολογία του υγιούς και εύρωστου σώματος που επηρεάζει τα πάντα: την κοινωνική μας αποδοχή, την σχέση μας με τον εαυτό μας, τις προσδοκίες για το μέλλον μας. Είναι κάτι παραπάνω από μία εικόνα – είναι μία πίστη.

Η βιομηχανία της μόδας και της ομορφιάς, η εξάπλωση των ρεκόρ και του ντοπαρίσματος στον αθλητισμό καθώς και η έκρηξη στην προώθηση της σωματικής ευρωστίας (physical fitness) σαν πρότυπο επιτυχίας, έδωσαν μια σημαντική κοινωνική διάσταση στην έννοια Σώμα.

Οι κοινωνιολόγοι δεν έδειχναν μέχρι πριν μερικά χρόνια να ενδιαφέρονται για τις συμβολικές σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στα «σώματα» και τις κοινωνικές δομές.

Σε αντίθεση, οι ανθρωπολόγοι, εκ παραδόσεως μελετούσαν το πώς μέσα από το συμβολισμό του σώματος καθορίζονται μικρής κλίμακας κοινωνίες.

Στα τέλη του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε ένα νέο σκεπτικό για την ιατρική παρατήρηση, με στόχο την συλλογή πληροφοριών ώστε να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικότερα τα προβλήματα υγείας του πληθυσμού. Αναφέρομαι στην επιστήμη της επιδημιολογίας.

Χάρη σε αυτήν, η ιατρική του 20ου αιώνα εστιάζεται ιδιαίτερα στην πρόληψη, δημιουργώντας την έννοια του υγιούς αλλά «υψηλού κινδύνου» ατόμου.

Η ανάπτυξη της επιδημιολογίας βασίζεται πάνω στην τεκμηρίωση τύπων ασθενειών και παραγόντων κινδύνου, δια μέσου της μελέτης μεγάλων πληθυσμών.

Αυτή με την συνεχή καταγραφή κοινών χαρακτηριστικών, αναγνωρίζει τάσεις και ομάδες υψηλού κινδύνου.

Στο χώρο αυτόν της Ιατρικής το σώμα, αποκτά καθοριστική σημασία. Το άτομο γίνεται υπεύθυνο για την σωστή διαχείριση του σώματός του και σαν αποτέλεσμα, την πρόληψη της νόσησης.

Η σύγχρονη κοινωνική ιατρική, που στοχεύει στην προαγωγή της υγείας, εστιάζει στο άτομο, συσχετίζοντας τα «νοσήματα τρόπου ζωής» με ατομικές συμπεριφορές.

Συχνά, όμως, η εκπαίδευση σε θέματα υγείας μετατρέπεται σε ιδεολογικό κίνημα που καθορίζει κοινωνικές πρακτικές και νουθεσίες για το πώς θα πρέπει τα άτομα να συμπεριφέρονται στο σώμα τους, τι να τρώνε, πόσο να ασκούνται, ποια να είναι η σεξουαλική τους συμπεριφορά.

Σε πολλές χώρες (στην Ελλάδα δεν συμβαίνει κάτι παρόμοιο) οι κυβερνήσεις χρηματοδοτούν εκστρατείες ενημέρωσης σε θέματα υγείας για να προειδοποιήσουν το κοινό σχετικά με διάφορους κινδύνους που τους απειλούν. Αυτό γίνεται με βάση την υπόθεση ότι η γνώση και η συνεχής ενημέρωση των κινδύνων για την υγεία, που ενέχουν ορισμένες δραστηριότητες, θα οδηγήσει στην αποφυγή τους.

Ωστόσο η πίεση που ασκούν τόσο οι παραινέσεις την ιατρικής κοινότητας, όσο και οι προβολή ανάλογων θεμάτων από τα ΜΜΕ και οι κρατικές ή άλλες εκστρατείες είναι φυσικό να δημιουργεί αντιδράσεις. Έτσι αναπτύσσεται μια «διελκυστίνδα» ανάμεσα, στην επιθυμία των ατόμων να συμπεριφέρονται όπως αυτά θέλουν και στο δικαίωμα της κοινωνίας να ελέγχει το σώμα τους, στο όνομα της υγείας.

Το παράδειγμα που ακολουθεί δίνει ίσως μια παραστατική απεικόνιση των παραπάνω:

Παρακολουθώ μια έφηβη με διαβήτη. Παρά τις πολλές μονάδες ινσουλίνης οι τιμές του ζαχάρου παραμένουν υψηλές και το τελευταίο εξάμηνο έχει πάρει πολύ βάρος.

Η αίσθηση μου είναι ότι έχουμε μια καλή και ειλικρινή επικοινωνία. Της προτείνω να ξεκινήσει πρόγραμμα διατροφής και μετά από συνεννόηση, την παραπέμπω στην ψυχολόγο του τμήματος (ελλείψει διαιτολόγου η εκπαιδεύτρια που είναι ψυχολόγος ασχολείται και με τα διαιτολόγια των ασθενών του Κέντρου).

Μετά από πέντε επισκέψεις μαθαίνω ότι όταν οι φίλοι της είπαν: «εσύ δεν έχεις πρόβλημα, λόγω του διαβήτη σου έτσι και αλλιώς προσέχεις», έβαλε στοίχημα να φάει περισσότερα γλυκά από όλη την τάξη!

Ερμηνεύω την πράξη της σαν κίνηση αντίδρασης και «κόντρας» με το περιβάλλον της και τους συνομήλικους της.

Φοβάμαι ότι υπάρχει ένας υποβόσκων σύγχρονος πουριτανισμός, που πρεσβεύει ότι τα άτομα έχουν τα ίδια την ευθύνη να είναι fit and healthy μέσα από συγκεκριμένες δίαιτες άσκηση, και υγιεινό τρόπο ζωής.

Η βιομηχανία γύρω από τα καλλυντικά, την μόδα, τα spa και τα κέντρα ανανέωσης , τα ινστιτούτα αδυνατίσματος και βεβαίως οι κλινικές πλαστικής χειρουργικής, μεταφέρουν μετ’επιτάσεως το μήνυμα ότι: η νεότητα και η ομορφιά είναι προϋποθέσεις του φυσιολογικού και του κοινωνικά αποδεκτού.

Το σώμα που γερνάει, το σώμα που γίνεται ανίκανο, αποτελεί για τον δυτικό πολιτισμό, πηγή μεγάλου άγχους.

Δεν πιστεύω ότι θα πείσουμε τους ασθενείς μας να φροντίσουν την υγεία τους, μέσα από τέτοια μοντέλα.

Έτσι, ενώ ξέρω πολύ καλά ότι για να ρυθμιστεί το ζάχαρο πρέπει να ακολουθήσει κανείς μια προσεγμένη διατροφή. Ότι όταν γυμνάζεσαι ή κάνεις κάποιο άθλημα, βοηθάς το σώμα σου και τις αρθρώσεις σου να αντιμετωπίσουν την φθορά του χρόνου…

…και ενώ θεωρώ την παχυσαρκία απειλή όχι μόνο για βιολογικές παραμέτρους (πίεση, ζάχαρο, χοληστερίνη) αλλά και για την ψυχολογική μας ευεξία, ασχέτως κοινωνικών προτύπων...

…αρνούμαι να προσκολληθώ στη λογική επιβολής ενός ιδανικού προτύπου για το σώμα την ευεξία και την υγεία.

Προσπαθώ να περάσω τις αξίες μέσα από την ίδια την συνείδηση του ασθενούς, ώστε να θελήσει ο ίδιος να αλλάξει τον τρόπο της ζωής του.

Όσο πιο ισορροπημένος νοιώθει, τόσο περισσότερο θα ασχοληθεί και θα φροντίσει το σώμα του, χωρίς υπερβολή και περιττή καταπόνηση.

Θα πρέπει όμως να μπορεί να αφήσει χώρο και να δεχθεί την φθορά και την μείωση της ικανότητας που αυτή συνεπάγεται.

Νομίζω ότι μπορούμε, σαν θεραπευτές, να παίξουμε σημαντικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση.

Δευτέρα, Μαρτίου 19, 2007

Περι διατροφής πόνημα



Θα ασχοληθώ σε αυτό το post με το θέμα διατροφή: αφενός επειδή μου ζητήθηκε αφετέρου επειδή η σωστή διατροφή και ειδικότερα ο τρόπος ζωής (life style) είναι οι σημαντικότερες παράμετροι, τόσο για την πρόληψη όσο και την αντιμετώπιση του διαβήτη.

Με τον όρο life style εννοούμε τόσο την ισορροπημένη διατροφή όσο και την σωματική δραστηριότητα στην καθημερινή μας ζωή.

Δεν χρησιμοποιώ τους όρους άσκηση και δίαιτα, ακριβώς γιατί δεν πρόκειται κατ΄ανάγκη για στέρηση και καταπόνηση.

Ο χώρος της διατροφολογίας αποτελεί πεδίο όπου ακούγονται και γράφονται διάφορες δοξασίες και προτείνονται μαγικές λύσεις υποσχόμενες απώλεια βάρους δεκάδων κιλών σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.

Είναι δε γεγονός ότι τα επιστημονικά δεδομένα αλλάζουν κάθε τόσο, πράγμα που δίνει χώρο στο να αναπτύσσονται νέες θεωρίες οι περισσότερες από αυτές δεν έχουν καμία επιστημονική τεκμηρίωση.

Δηλώνω από την αρχή, ότι λόγω Διαβητολογίας έχω ιδιαίτερη σχέση με θέματα που αφορούν την διατροφή, αλλά δεν είμαι ειδικός (διαιτολόγος ή διατροφολόγος).

Το αν είναι κάποιος υπέρβαρος ή παχύσαρκος ορίζεται από την τιμή του δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ). Αυτός προσδιορίζεται από τον τύπο : βάρος / ύψος 2 σε εκ. Αν ο ΔΜΣ είναι πάνω από 25 έως 30 το άτομο είναι υπέρβαρο, από 30 έως 40 παχύσαρκο και πάνω από 40 πρόκειται για νοσηρή παχυσαρκία.

Η παχυσαρκία αποτελεί την κύρια αιτία εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 και όπως έχει ήδη καταδειχθεί, από μελέτες, η απώλεια του 5-7% του βάρους, μπορεί να αναστρέψει υπάρχουσα προδιάθεση για εμφάνιση της νόσου.

Για να χάσει κανείς βάρος πρέπει να μειώσει το προσλαμβανόμενο ποσό θερμίδων ή να αυξήσει σημαντικά την κατανάλωση θερμίδων.

Κάθε διαιτολόγιο πρέπει να είναι ισορροπημένο ως προς το ποσοστό πρωτεϊνών, υδατανθράκων και λιπών. Αυτό σημαίνει ότι σε κάθε γεύμα πρέπει να υπάρχουν υδατάνθρακες, γιατί αυτοί αποτελούν πηγή ενέργειας τόσο για το σώμα όσο και για τον εγκέφαλο.

Οι πρωτεΐνες είναι απαραίτητες γιατί «χτίζουν» το μυϊκό μας σύστημα, τέλος τα λίπη πρέπει να είναι περιορισμένα σε ποσότητα μια και δίνουν πολλές θερμίδες (9 ανά γραμμάριο – οι πρωτεΐνες και οι υδατάνθρακες 4/γρ) αλλά είναι απαραίτητα για να μπορέσουμε να απορροφήσουμε τις λιποδιαλυτές βιταμίνες όπως τη βιταμίνη D.

Το πόσο θα παχύνουμε εξαρτάται από τον βασικό μεταβολισμό που έχουμε, την ποσότητα των θερμίδων που παίρνουμε και την ποσότητα των θερμίδων που καταναλώνουμε με την σωματική άσκηση.

Ο βασικός μεταβολισμός είναι γενετικά καθορισμένος, μειώνεται όσο μεγαλώνουμε. Στις γυναίκες η εμμηνόπαυση μας τον μειώνει κατά 350 θερμίδες ημερησίως.

Μπορούμε να τον αυξήσουμε όμως σε κάποιο ποσοστό αν κάνουμε αερόβια άσκηση, όπως γρήγορο περπάτημα, χορό, κολύμπι, ποδήλατο, κ.τ.λ.

Για να χάσουμε 1 κιλό χρειάζεται να είμαστε μείον 7000 θερμίδες. Από αυτό καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι δυνατόν να χαθεί 1 χιλιόγραμμο λιπώδους ιστού, σε λιγότερο από 10-15 ημέρες, αναλόγως βέβαια του πόσο τρώγαμε πριν. Κάποιος που καταναλώνει 3000 θερμίδες ημερησίως μπορεί πιο εύκολα να χάσει ένα κιλό από αυτόν που καταναλώνει 1700, γιατί για να πέσει στις 1000 θερμίδες πρέπει κυριολεκτικά να πεινάει όλη την ημέρα.

Έχει σημασία όταν κάνουμε προσπάθεια απώλειας βάρους, αυτή να συνοδεύεται με άσκηση, αλλιώς χάνουμε μυϊκή μάζα.

Σε τι πειράζει αυτό; Ο μυϊκός ιστός είναι μεταβολικά ενεργός, που σημαίνει ότι μειώνεται η μάζα του μειώνεται και ο μεταβολισμός. Άρα αδυνατίζουμε δυσκολότερα.

Ο λιπώδης ιστός είναι όργανο παραγωγής ορμονών όπως η λεπτίνη και η ρεσιστίνη, καθώς και άλλων παραγόντων που έχουν αθηρωματογόνο δράση. Άρα σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε να χάνουμε μυϊκή μάζα και να μένει το λίπος.

Δεν υπάρχουν επιστημονικά τεκμηριωμένες μελέτες που να υποστηρίζουν ότι έχει σημασία ο συνδυασμός των τροφών για την γρηγορότερη απώλεια βάρους. Η κατανάλωση υδατανθράκων είναι απαραίτητη είτε έχει κανείς διαβήτη είτε όχι. Δίαιτες όπως η Atkins προκαλούν έντονο αίσθημα κόπωσης, αδυναμία συγκέντρωσης και γρήγορα ξαναπαίρνει κανείς τα κιλά που έχασε μόλις σταματήσει την συγκεκριμένη δίαιτα.

Το να λαμβάνει κανείς υπόψη του τον γλυκαιμικό δείκτη βοηθάει στην ομαλότερη αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα μεταγευματικά, κάτι που έχει σημασία όταν υπάρχει διαβήτης.

Οι πλειονότητα των ασθενών που είναι παχύσαρκοι (και είναι μεγάλος ο αριθμός) δηλώνουν: «τρώω μια φορά την ημέρα». Αυτό δεν σημαίνει πως τρώνε λιγότερο.

Δεν υπάρχουν, όπως έγραψα παραπάνω, μαγικές λύσεις. Για να αδυνατίσουμε χρειάζεται να περιορίσουμε το φαγητό! Το πώς θα γίνει αυτό, σταδιακά και με παρακολούθηση, είναι πράγματι θέμα ειδικών ιδίως όταν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να χαθούν τα παραπάνω κιλά αλλά να μην τα ξαναπάρουμε μετά από κάποιους μήνες.

Μερικά tips:
• Ας συνηθίσουμε να διαβάζουμε τις ετικέτες των προϊόντων που καταναλώνουμε. Εκεί θα δείτε πόσες θερμίδες …φορτώνεστε.
• Μην μας ξεγελάει κάτι, επειδή αναφέρεται ως light. Σε μεγάλη ποσότητα προσφέρει πολλές θερμίδες.
• Γλυκά χωρίς ζάχαρη είναι συνήθως πιο παχυντικά γιατί περιέχουν πολύ σαντιγί, αλλά μοιάζουν ελαφριά.
• Τα αναψυκτικά έχουν πολύ ζάχαρη, (εκτός από τα light) και καταναλώνονται εύκολα σε μεγάλη ποσότητα.
• Το λάδι είναι μεν υγιεινό, αλλά μια κουταλιά έχει 100 θερμίδες, ας μην ξεχνάμε ότι σε μια σαλάτα βάζουμε τουλάχιστον 400.
• Μια μακαρονάδα με πολύ ντομάτα και λίγο λάδι έχει τις μισές θερμίδες από την ίδια ποσότητα αν είναι καρμπονάρα (με κρέμα γάλακτος και τυριά).
• Η ύπαρξη σαλάτας (χωρίς dressing) σε κάθε γεύμα βοηθάει στο να έχουμε αίσθημα κορεσμού.
• Οι ξηροί καρποί, όπως τα φιστίκια, έχουν 600 θερμίδες τα 100 γρ (άνετα τρώει κανείς σε ένα βράδυ με παρέα 200 ή 300 γρ).
• Το αλκοόλ έχει θερμίδες – και παχαίνει!

Αυτές είναι οι βασικές πληροφορίες σχετικά με την διατροφή. Δυστυχώς οι οδηγίες αυτές είναι τόσο βαρετές όσο και η δίαιτα. Σε επόμενο post θα ήθελα να κουβεντιάσουμε το γιατί συνήθως δεν εφαρμόζονται.


Κυριακή, Μαρτίου 11, 2007

Τα άσχημα νέα




Στην ειδικότητα μου, σε δύο περιπτώσεις ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ανακοίνωση κακών νέων. Η μια είναι όταν πρέπει να πεις σε έφηβο ή νέο ότι του εμφανίστηκε διαβήτης, ότι δεν υπάρχει με τα σημερινά δεδομένα, αποτελεσματική θεραπεία και ότι χρειάζεται να κάνει από εδώ και πέρα, καθημερινά, μια σειρά ενεργειών όπως 3-4 ενέσεις ινσουλίνης και ανάλογες μετρήσεις σακχάρου από το δάκτυλο, να προσέχει την διατροφή του, κτλ.

Η δεύτερη είναι όταν πρέπει να ενημερώσεις κάποιον για την εμφάνιση επιπλοκής, λόγω της μακροχρόνιας ύπαρξης του διαβήτη, όπως π. χ. αρχόμενη νεφρική ανεπάρκεια.

Δεν έχω απόλυτα καταλάβει γιατί, ενώ την ανακοίνωση της εμφάνισης του διαβήτη μπορώ να την διαχειριστώ με τρόπο που να στηρίξει αυτόν που το πληροφορείται (είναι κάτι που το έχω δει και στην πράξη), η προοπτική ανακοίνωσης επιπλοκών με δυσκολεύει πολύ.

Ας μιλήσουμε για την αρχική ανακοίνωση. Είτε πρόκειται για διαβήτη είτε για άλλο νόσημα, συμπεριλαμβανομένου και του καρκίνου, θεωρώ ότι ο τρόπος που θα το πληροφορηθεί ο ασθενής είναι σημαντικός. Μπορεί να καθορίσει, σε μεγάλο βαθμό, την στάση του στο μέλλον.

Πέρα από τον προσωπικό τρόπο του καθενός, πιστεύω ότι υπάρχουν ορισμένες βασικές αρχές για τους θεραπευτές:

α) Να είναι ο θεραπευτής απόλυτα ειλικρινής με τον ασθενή του. Εδώ κατά τη γνώμη μου υπάρχει σωρεία αυθαίρετων ερμηνειών της έννοιας «ειλικρίνεια». Δεν σημαίνει ότι πετάς τη διάγνωση, σαν κοτρόνα στο κεφάλι του άλλου και αν αυτός επιζήσει, σημαίνει ότι το άντεξε. Φράσεις του τύπου: «έχετε καρκίνο και εκτιμώ ότι το προσδόκιμο επιβίωσης σας είναι περίπου 2-3 χρόνια» είναι πέρα από κάθε ηθική δεοντολογία και ίσως και ανόητες μια και κανείς δεν μπορεί να κάνει τέτοιες προβλέψεις.

β) Να του δώσει, πάντα με ειλικρίνεια, όλες τις δυνατότητες που έχει στη διάθεση του για να παλέψει, τονίζοντας τα θετικά σημεία, έτσι ώστε να μπορέσει ο ασθενής να πιαστεί από κάπου. Στον διαβήτη π. χ. μπορούμε να πούμε ότι δεν θεραπεύεται αλλά αντιμετωπίζεται, ότι δεν έχει κληρονομικότητα (ο νεανικός), ότι οι ενέσεις δεν πονάνε καθόλου, ότι γίνεται συνεχώς έρευνα για την οριστική λύση του προβλήματος. Όπως συνηθίζω να λέω: «πιστεύω ότι δεν θα γεράσεις έχοντας διαβήτη, γιατί πολύ νωρίτερα θα υπάρχει οριστική θεραπεία».

γ) Να κάνει τον ασθενή του να νοιώσει ότι δεν είναι μόνος του και ότι αυτός, σαν θεραπευτής, θα είναι μαζί του και θα τον βοηθήσει σε ό,τι χρειασθεί.

δ) Να απαντήσει σε κάθε ερώτηση, όσο ανόητη και αν του φαίνεται, όσες φορές και αν χρειασθεί να επαναλάβει το ίδιο πράγμα. Οι περισσότεροι ασθενείς μετά από μερικές ημέρες έχουν διατυπωμένες πολλές ερωτήσεις, κυρίως γύρω από τις επιπλοκές. Αν φοβόνται να τις θέσουν, μπορούμε να περιμένουμε, θα γίνει όταν οι ίδιοι είναι έτοιμοι.

Δεν βλέπω κανένα λόγο να απαριθμήσω όλες τις πιθανές επιπλοκές που ενδέχεται να παρουσιασθούν μετά από χρόνια, με μόνο γνώμονα το να είμαι σωστή στην ενημέρωση μου προς τον ασθενή.

ε) Να δώσει στον ασθενή του όσο χρόνο του χρειάζεται για να πενθήσει ή να επαναστατήσει, επειδή έχασε αμετάκλητα την υγεία του.

Φράσεις του τύπου: «έλα, όλα καλά θα πάνε, υπάρχουν πολύ χειρότερα», ή: «μην κάνεις έτσι, δεν βοηθάς τα πράγματα», «δεν είναι τίποτα σοβαρό, ένας άλλος τρόπος ζωής είναι και αυτός», ακούγονται συχνά από γιατρούς, που με όλη την καλή τους θέληση, πιστεύουν ότι έτσι μειώνουν τη βαρύτητα του προβλήματος.

Πολλές φορές βλέπουμε τον ασθενή μας να διατηρεί μια παράξενη ψυχραιμία, προκειμένου να μην επιβαρύνει τους δικούς του, οι οποίοι δείχνουν καταρρακωμένοι.


Η ενημέρωση και υποστήριξη των συγγενών, είναι εξίσου σημαντική με αυτή του ίδιου του ασθενούς. Συχνά, αυτοί χρειάζονται μεγαλύτερη στήριξη για να δοθεί ο απαιτούμενος χώρος σε αυτόν που έχει το πρόβλημα, να εκδηλώσει το φόβο του ή τη θλίψη του.

Πρέπει να μπορούμε, σαν θεραπευτές να δεχθούμε ότι, όσο και να θέλουμε να πλησιάσουμε, την ώρα εκείνη ο άνθρωπος που έχουμε απέναντι μας έχει το πρόβλημα και νοιώθει, ως προς αυτό, μόνος του.

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

Παραμορφωμένες Αφροδίτες



Παίρνοντας αφορμή από τα τόσο ενδιαφέροντα σχόλια, σχετικά με την εκπαίδευση σε θέματα επικοινωνίας θεραπευτή-ασθενούς, σκέφτηκα να περιγράψω, σε αυτό το post, ένα workshop στο οποίο συμμετείχα πριν από δύο χρόνια.

Το σεμινάριο οργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο της Γενεύης, από την έδρα Εκπαίδευσης και Έρευνας στην Εκπαίδευση ασθενών με χρόνιο νόσημα.

Έχω παρακολουθήσει τα τελευταία 12 χρόνια γύρω στα 5 τέτοια εργαστήρια. Το πιο πρόσφατο ήταν φέτος – για το οποίο έγραψα πριν από 3 posts.

Το μέρος που γίνονται είναι πάντα το ίδιο, ένα γαλλόφωνο Ελβετικό χωριό, δύο ώρες από την Γενεύη.

Το θέμα ήταν οι Θρυμματισμένες Αφροδίτες (Vénus brisées).

Ήμασταν περίπου 30 συμμετέχοντες, 20 επαγγελματίες υγείας και 10 ασθενείς (2 με διαβήτη, 2 με σκλήρυνση κατά πλάκας και 4 με καρκίνο).


Σαν πρώτο βήμα χωριστήκαμε σε ζευγάρια. Μας έδωσαν σε κάθε ζευγάρι από μια γύψινη κεφαλή, αντίγραφο της αρχαιοελληνικής Αφροδίτης των Μεδίκων και μας ζήτησαν να πούμε τι σκέψεις μας προκαλεί συνειρμικά η παρατήρηση αυτού του προσώπου σε σχέση με την έννοια Υγεία.

Ακούστηκαν πολλά, με κυριότερη ιδέα αυτή της τελειότητας, του άψογου και το πόσο μας ηρεμούσε η θέα αυτού του τόσο ωραίου προσώπου.

Στη συνέχεια μας μοίρασαν μπογιές, μαρκαδόρους, καρφιά, λίμες, τρυπάνια ή άλλα αιχμηρά αντικείμενα και μας είπαν: «Σας ζητάμε να παραμορφώσετε, να επέμβετε με τα εργαλεία που σας δώσαμε, σε αυτό το πρόσωπο». Η ακριβής φράση στα Γαλλικά ήταν porter atteinte.

Εγώ, που ήμουνα μαζί με ένα Γάλλο γιατρό, ένοιωσα ότι μου ήταν αδύνατον να παραμορφώσω αυτό το όμορφο κεφάλι. Δεδομένου όμως ότι δεν γινόταν αλλιώς, αποφασίσαμε να ζωγραφίσουμε μόνο τρία δάκρυα, που θα κυλάγανε από το ένα μάτι. Πίστευα ότι έτσι δεν ήταν και μεγάλο το κακό που προξένησα. Επειδή επρόκειτο για κούφιο εκμαγείο, βάλαμε και στη μέσα μεριά, ώστε να μην φαίνεται, ένα κομμάτι κόκκινη πλαστελίνη, ορίζοντας ότι αυτό ήταν ένας όγκος στον εγκέφαλο.


Η συνολική διαδικασία κράτησε γύρω στη μισή ώρα. Μετά μαζευτήκαμε γύρω από κάτι δένδρα (ήταν καλοκαίρι και ήμασταν στο βουνό) και το κάθε ζευγάρι παρουσίασε αυτό που είχε κάνει.

Ήταν απίθανο να δει κανείς πως είχαν επιτεθεί και καταστρέψει οι περισσότεροι αυτό το τόσο ωραίο πρόσωπο, αλλά και να ακούσει τι είχαν να πουν γι αυτή τους την επέμβαση.

Μερικά αποσπάσματα από όσα ειπώθηκαν: «Δεν είναι πια άψογη αλλά είναι πιο κοντά μας και πιο ενδιαφέρουσα». « Είναι μια άλλη ομορφιά και αυτή» « Έτσι ήμουνα μετά την χημειοθεραπεία, αλλοιωμένη, αλλά με έβλεπα όμορφη».

Μετά μας είπαν: «Τώρα έχετε στη διάθεση σας νερό, σαπούνι, μπογιά άσπρη, γυαλόχαρτο, προσπαθήστε να την επισκευάσετε, να την αποκαταστήσετε και να την κάνετε όπως ήταν πριν.

Αρχίσαμε όλοι να πλένουμε να ξύνουμε για να φύγει το χρώμα να ξαναβάφουμε πάνω από τις μπογιές.

Ένοιωσα τεράστια απογοήτευση γιατί όταν πήγα να ξεπλύνω τα δάκρυα, έγινε μια μουτζούρα στο πρόσωπο της Αφροδίτης των Μεδίκων. Το αν ήταν μεγάλη η ζημιά ή όχι δεν είχε καμία σημασία. Δεν ήταν πια το άψογο εκείνο πρόσωπο που θαύμαζες και δεν χόρταινες να κοιτάζεις.

Οι ασθενείς δεν είχαν τόση βία να αποκαταστήσουν, μάλιστα κάποια είπε : «Αφού δεν γίνεται όπως πριν, δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσω».

Μας πρότειναν ένας από τους δύο μας να πάρει μαζί του την κεφαλή. Την έδωσα πολύ πρόθυμα στον Γάλλο. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν ήθελα να την έχω εγώ.


Έχουν κάνει το ίδιο workshop άλλες 5 φορές μα διαφορετικές ομάδες.

Δύο φορές αντί για γιατρούς και νοσηλευτές, είχαν διοικητικούς υπαλλήλους νοσοκομείων και ανθρώπους από το χώρο των οικονομικών της Υγείας.

Στην προτροπή να επέμβουν αλλοιώνοντας την κεφαλή της Αφροδίτης, η πλειονότητα, έδωσε μία, την πέταξε κάτω και, μια και ήταν γύψινη, την θρυμμάτισε.

Ούτε μια φορά δεν συνέβη αυτό στις άλλες ομάδες.

Περιέγραψα αυτή την εμπειρία για να δώσω το στίγμα του πως αντιλαμβάνομαι την εκπαίδευση σε θέματα που έχουν να κάνουν όχι τόσο με γνώσεις αλλά με συμπεριφορά.

Αντιλαμβάνεται δε κανείς πόσο δύσκολο είναι να κάνεις τέτοια ή έστω και λιγότερο σύνθετα εργαστήρια.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ένοιωσα πράγματα, αντιπαρατέθηκα συναισθηματικά με την αδυναμία μου να αποκαταστήσω (έστω και αν ήξερα βεβαίως ότι δεν είμαι Θεός) και προβληματίστηκα για το πώς διαχειρίζεται ο καθένας μας αυτή την αίσθηση.

Θα μπορούσα να είχα παρακολουθήσει μια καθ’ όλα τεκμηριωμένη διάλεξη με θέμα: «Τα όρια του γιατρού στην θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών του». Νομίζω ότι δύο χρόνια ή και μερικές μέρες μετά, δεν θα θυμόμουνα τίποτα. Το workshop που περιέγραψα με προβληματίζει ακόμα.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2007

Ακροαζόμαστε - αλλά ξέρουμε να ακούμε;



Ένα πολύ συχνό παράπονο είναι το: «μα δεν με ακούς όταν σου μιλάω». Στη σχέση θεραπευτή-ασθενούς, με εξαίρεση τους ψυχιάτρους, ψυχολόγους κλπ., οι ασθενείς στην πλειοψηφία τους αισθάνονται ότι ο γιατρός δεν τους έδωσε τη δυνατότητα και το χρόνο να μιλήσουν.

Αυτό έχει πιστοποιηθεί και από μελέτη που έγινε σε Νοσοκομείο Ευρωπαϊκής χώρας, όπου η ανάλυση βιντεοσκοπημένης ιατρικής εξέτασης, έδειξε ότι οι γιατροί συνήθως διέκοπταν τον ασθενή στα 20-30 δευτερόλεπτα από την στιγμή που αυτός άρχιζε να μιλάει.

Βέβαια αυτό δεν αφορά μόνο την επικοινωνία γιατρού-ασθενούς. Πολύ συχνά παρατηρούμε αυτή την συμπεριφορά και στις διαπροσωπικές μας σχέσεις.

Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό;

Ίσως να έχει να κάνει με τους επιταχυνόμενους ρυθμούς της ζωής μας.

Κυρίως όμως αισθανόμαστε την επιτακτική ανάγκη να ακουστεί και να γίνει αποδεκτή η δική μας άποψη, όχι μόνο για να επιβληθούμε, αλλά γιατί θέλουμε να μας ακούσουν, άσχετα από το ότι εμείς δεν ξέρουμε να ακούμε τον άλλον.

Πολλές φορές την ώρα που ο συνομιλητής μας αναπτύσσει τις ιδέες του εμείς προετοιμάζουμε την δική μας απάντηση. Έτσι μπορεί να μην τον διακόπτουμε μεν, αλλά δεν τον προσέχουμε.

Οι παράλληλοι μονόλογοι, όπου ο καθένας προσπαθεί να περάσει την άποψη του, όπου η θέση του ενός δεν αποτελεί αφετηρία για προβληματισμό των άλλων, (έτσι σπάνια οδηγεί στην τροποποίηση μιας ήδη διατυπωμένης θέσης), είναι κάτι που διδάσκεται κάθε βράδυ στα τηλεοπτικά παράθυρα.

Αυτό βέβαια οδηγεί πολλούς από μας να αποφεύγουμε τις συζητήσεις μια και στο τέλος μας μένει μία μάλλον δυσάρεστη αίσθηση και απογοήτευση από το ότι δεν ενδιέφερε κανέναν να επικοινωνήσει.

Οι γιατροί διακόπτουν τον ασθενή τους γιατί ξέρουν λίγο ως πολύ τι πρόκειται να τους πει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της αφήγησης από ασθενή, μιας υπογλυκαιμίας που του συνέβη. Περιγράφει συνήθως το επεισόδιο επαναλαμβάνοντας πολλές φορές το πόσο πολύ ίδρωσε, το πόσο έτρεμαν τα χέρια του, την έντονη πείνα που ένιωσε, κ.τ.λ. Ο γιατρός, που έχει καταλάβει από τις πρώτες φράσεις, ότι πρόκειται για υπογλυκαιμία, αντιδρά, ως επί το πλείστον με ένα «εντάξει, εντάξει, κατάλαβα – πέστε μου πόσες μονάδες ινσουλίνης είχατε κάνει πριν».

Όμως για τον ασθενή, η εμπειρία αυτή ήταν απειλή ζωής! Αισθάνεται την ανάγκη να την περιγράψει, να μεταφέρει το φόβο που ένοιωσε και να παρηγορηθεί για την ταλαιπωρία που πέρασε.
Αν δεν «ακουστεί», αν νοιώσει ότι δεν μας ενδιαφέρει να μάθουμε πως ένοιωσε από αυτή την εμπειρία, θα πάψει να παρακολουθεί. Δεν θα το κάνει εκδικητικά, αλλά επειδή θα συνεχίζει να σκέπτεται πώς να μας μεταφέρει το βίωμα που είχε.

Πολλές φορές οι ασθενείς έχουν χαρακτηριστική στάση που υποδηλώνει το πώς νοιώθουν την ώρα που τους μιλάμε.

Π. χ.: Σταυρωμένα χέρια / πόδια, κλειστή στάση του σώματος, μακρινό βλέμμα, δάγκωμα των χειλιών. Αυτά τα σημάδια μπορεί να δείχνουν ότι μιλάμε για ένα θέμα που ανησυχεί τον ασθενή ή για το οποίο δεν αισθάνεται άνετα. Αυτή η ανησυχία θα πρέπει να διερευνηθεί πριν συνεχίσουμε την ανάπτυξη του θέματος, καθώς το αίσθημα ανησυχίας μπορεί να κυριαρχήσει μειώνοντας την προσοχή του ασθενούς μας και την δυνατότητα συγκράτησης των πληροφοριών.

Άλλοτε πάλι ο ασθενής μας κοιτάει αδιάφορα, η προσοχή του αποσπάται και εστιάζεται κάπου αλλού. Αυτές είναι ισχυρές ενδείξεις ότι δεν ασχολούμαστε με το πρόβλημα του, ή ότι έχουμε καταφύγει στο να του λέμε τι πρέπει να κάνει χωρίς να δουλεύουμε μαζί πάνω στα προβλήματα.

Σημάδια βαρεμάρας δείχνουν ότι πρέπει να ελέγξουμε σε ποιο σημείο βρισκόμαστε και να ξεκαθαρίσουμε τι προσδοκά από την επίσκεψη.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να του δώσουμε τη δυνατότητα να μας μιλήσει και τον χρόνο για να τον ακούσουμε.

Μπορεί κάποιος να διερωτηθεί : «Μα υπάρχει αυτός ο χρόνος έτσι όπως είναι οι συνθήκες εργασίας στα νοσοκομεία ή στα εξωτερικά ιατρεία;»

Σίγουρα η πίεση από την πληθώρα των περιστατικών είναι μεγάλη, όμως η εμπειρία μου είναι ότι, όταν ο άλλος καταλάβει ότι έχουμε την διάθεση και το ενδιαφέρον να τον ακούσουμε, θα κάνει σωστή διαχείριση του διαθέσιμου χρόνου.

Οι περισσότεροι γιατροί (αλλά όχι μόνον) νομίζουμε ότι τα πράγματα που έχουμε να πούμε είναι σημαντικά και θα βοηθήσουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τους ασθενείς μας.

Στην πραγματικότητα μπορούμε να προσφέρουμε πολύ περισσότερο και στον εαυτό μας, αν μάθουμε να ακούμε τον άλλον.

Πράγμα που μοιάζει να μην είναι ιδιαίτερα εύκολο.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2007

Αισθητική και ασθένεια



Μεταφέρω ένα άρθρο του Γ. Αγγελόπουλου που διάβασα χθες στα «Νέα» γιατί με ενθουσίασε και διότι με έκανε να σκεφθώ προς μια κατεύθυνση που δεν θίγεται συχνά από την κλασική Ιατρική.

Λέει το άρθρο:

Η Εβ Λαπούζ είναι « κοινωνική αισθητικός». Στο αντικαρκινικό κέντρο του Μπορντό, προσφέρει αισθητικές φροντίδες στις καρκινοπαθείς. Φροντίζει γυναίκες όπως η 24χρονη Καρολίν, η οποία αρρώστησε πριν από ένα χρόνο και υποβλήθηκε σε πολλές χημειοθεραπείες. «Χρειάστηκα ένα μήνα για να προσαρμοστώ στο γεγονός ότι έχανα τα μαλλιά μου. Δεν ήθελα να κοιταχτώ σε καθρέφτη. Αφού όμως με περιποιήθηκε η Καρολίν, μπόρεσα να ξαναβγώ για ψώνια στα μαγαζιά, μακιγιαρισμένη και με ένα μαντίλι στο κεφάλι».

Η Εβ Λαπούζ της έμαθε πώς να σχεδιάζει βλεφαρίδες και φρύδια στο πρόσωπο της, πώς να καμουφλάρει τους μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια, πώς να ενυδατώνει το πρόσωπο της μετά τις επώδυνες και κοπιαστικές χημειοθεραπείες.

Η μητέρα της Καρολίν είναι ενθουσιασμένη : « Τη χαλαρώνει πάρα πολύ. Αφού περάσει η αισθητικός , συχνά αποκοιμιέται για μια δυο ώρες». Η νεαρή ασθενής συμφωνεί: «Μια επίσκεψη της Εβ είναι σαν μορφίνη. Όταν εκείνη είναι εδώ, δεν χρειάζεται να πατάω την αντλία του ναρκωτικού, για να αντιμετωπίσω τον πόνο.»

Γιατροί και ψυχολόγοι προσανατολίζουν τακτικά την Εβ Λαπούζ στις ασθενείς που αισθάνονται τον περισσότερο πόνο. Όταν οι ασθενείς έχουν υποστεί μια επίθεση με τις ακτινοβολίες ή στο χειρουργείο, η εικόνα του σώματος τους έχει αλλάξει εντελώς, εξηγεί ο γιατρός Λακντιά, ειδικός στον πόνο. Δεν αναγνωρίζουν πλέον τον εαυτό τους σε αυτό το μωλωπισμένο περίβλημα. Γίνονται περισσότερο αντικείμενο παρά υποκείμενο. Η προσέγγιση με την αφή επιτρέπει να κινητοποιηθεί το αίσθημα της ευεξίας σε ένα τμήμα του σώματος, κάτι που βοηθάει να ανασυγκροτηθούν, να συνέλθουν.

Όπως λέει και μια ασθενής, το να παραμείνεις ωραία είναι ένας άλλος τρόπος για να καταπολεμήσεις την ασθένεια. Κυρίως στο βλέμμα του άλλου, όπου οι ασθενείς τόσο φοβούνται τον οίκτο.



Βρήκα συγκλονιστική αυτή την ματιά, μέσα από μια προοπτική αισθητικής, πάνω στο ανθρώπινο σώμα που πάσχει.

Πράγματι η αρρώστια είναι μια επίθεση πάνω στο σώμα μας, ένα ναρκισσιστικό πλήγμα το οποίο καλούμεθα να ξεπεράσουμε.

Πολλοί είναι αυτοί που αισθάνονται ότι το σώμα τους, τους πρόδωσε. Ο οργανισμός τους τα έβαλε με τα ίδια του τα κύτταρα και άρχισε να τα καταστρέφει. Οι γιατροί τους λέμε ότι πρόκειται για αυτοάνοσο νόσημα, εκείνοι ξέρουν ότι το πάγκρεας δεν βγάζει πια ινσουλίνη ή ότι οι αρθρώσεις τους πονάνε και πρήζονται ή ότι ο θυρεοειδής τους σταμάτησε να λειτουργεί.

Ακόμα και απλές φυσιολογικές καταστάσεις, μπορεί να μας προκαλέσουν θλίψη. Η αλλαγή που παρατηρούν οι γυναίκες στο σώμα τους όταν μπουν στην εμμηνόπαυση, η μειωμένη στυτική λειτουργία στους άνδρες μετά από κάποια ηλικία, διαφορετική για τον καθένα.

Οι γιατροί φροντίζουν να αποκατασταθούν οι βιολογικές παράμετροι, δεν σκέπτονται καν ότι μπορεί η ύπαρξη και μόνο του νοσήματος να έχει αλλάξει δραστικά την εικόνα που είχε το άτομο για τον εαυτό του. Αυτό ακόμα και αν δεν επιφέρει εξωτερικές αλλαγές ή σημάδια.

Ίσως όμως αν ασχοληθούμε λίγο με την αποκατάσταση αυτής της εικόνας, ακόμα και σε εξωτερικό εφήμερο επίπεδο, όπως η γαλλίδα αισθητικός, μπορεί να πετύχουμε αποτελέσματα ανάλογα με αυτά ψυχολογικής υποστήριξης μηνών.

Μου έρχονται στο νου δύο ασθενείς μου. Ο ένας αγόρι τότε 18 ετών που παρουσίασε διαβήτη στα 17 του, μου είπε, πριν από πολλά χρόνια, «είναι μεγάλο σπάσιμο να βλέπεις τους άλλους να έχουν την τσατσάρα στο τσεπάκι που εγώ έχω την σύριγγα ινσουλίνης».

Μια άλλη κοπέλα, πρόσφατα κοιτώντας τα δάκτυλα της που είχαν μαυρίσει και σκληρύνει από τα τρυπήματα για να κάνει τις καθημερινές της μετρήσεις, μονολογούσε δυνατά: «είδατε πως έχουν καταντήσει;». Αισθάνθηκα τη λύπηση που ένοιωθε για το σώμα της και διερωτήθηκα κατά πόσο το αγαπάει παρόλα αυτά, ή του χρεώνει την ταλαιπωρία που περνάει κάθε μέρα.

Πιστεύω ότι αν δεν συμφιλιωθεί κανείς με το σώμα του, ακόμα και όταν αυτό «ακρωτηριασθεί» με την ευρύτερη έννοια του όρου, δεν μπορεί να το φροντίσει και να συμβάλει στην καθημερινή θεραπευτική αντιμετώπιση.

Πολλοί είναι εκείνοι, πέραν των γιατρών, που μπορούν να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Βλέπει κανείς τι διάσταση μπορεί να πάρει ένα επάγγελμα σαν αυτό της αισθητικού, που θεωρείται ότι καλύπτει τις ματαιόδοξες και επιφανειακές ανάγκες των γυναικών.

Μήπως άραγε η μη ενασχόληση των θεραπευτών με αυτή την αισθητική πλευρά, υποκρύπτει κάποιου είδους πουριτανισμό, ή έχει να κάνει και με το φύλο του θεραπευτή;

Τρίτη, Φεβρουαρίου 13, 2007

5 απαντήσεις για τον Διαβήτη

Παρόλο ότι έγραψα σε ένα σχόλιο μου, ότι δεν θα ήθελα να είναι το blog αυτό μια ηλεκτρονική μορφή ιατρικής ενημέρωσης, θα αφιερώσω αυτό το post, στην ενημέρωση γύρω από το τι είναι διαβήτης.

Δεδομένου ότι , όπως έχω ήδη γράψει, το blog δεν απευθύνεται μόνο σε όσους έχουν διαβήτη, είναι φυσικό, όπως ήδη έχει φανεί, να μην είναι όλοι όσοι συμμετέχουν στον διάλογο, γνώστες του ιατρικού προβλήματος.

Η συζήτηση σχετικά με τα ψυχοκοινωνικά προβλήματα αυτών που έχουν κάποιο χρόνιο νόσημα, καθώς και η διερεύνηση της σχέσης θεραπευτή-θεραπευόμενου, με αφορμή τον διαβήτη, δυσχεραίνεται όταν δεν ξέρει κανείς τι ακριβώς συνεπάγεται το να έχεις διαβήτη.

Να λοιπόν μια σύντομη και ελπίζω μη σχολαστική παρουσίαση του είναι η πάθηση που ονομάζεται διαβήτης.

Ο Ιπποκράτης ήταν ο πρώτος που περιέγραψε τη νόσο δίνοντας της το όνομα «διαβήτης» από το διαβαίνω, επειδή λόγω της αυξημένης τιμής του ζαχάρου στο αίμα, αυτό περνάει και στα ούρα, όπου και μπορούμε να το μετρήσουμε, ενώ φυσιολογικά δεν υπάρχει ζάχαρο στα ούρα.

Διαβήτης λοιπόν σημαίνει αύξηση του ζαχάρου στο αίμα (πάνω από 126μγ).

Γιατί άλλοι κάνουν ινσουλίνη όλη τους τη ζωή και άλλοι παίρνουν χάπια ή ρυθμίζονται μόνο με δίαιτα;

Υπάρχουν δύο τύποι διαβήτη. Ο τύπος 1 όπου δεν υπάρχει καθόλου παραγωγή ινσουλίνης από το πάγκρεας. Ξέρουμε ότι ο οργανισμός επιτίθεται και καταστρέφει τα ίδια του τα κύτταρα, αλλά δεν ξέρουμε ακόμα, γιατί συμβαίνει αυτό.

Ο τύπος 2 όπου υπάρχει παραγωγή ινσουλίνης η οποία δεν επαρκεί για τις ανάγκες. Ο κυριότερος λόγος είναι η παχυσαρκία.

Ο διαβήτης τύπου 1 είναι αυτός που συνήθως εμφανίζεται στα παιδιά και τους νέους, αλλά μπορεί να εμφανισθεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Λόγω του ότι δεν παράγεται ινσουλίνη χρειάζεται να την παίρνει κανείς εφόρου ζωής.

Ο τύπος 2 αφορά τους ενήλικες και επειδή υπάρχει παραγωγή ινσουλίνης, προσπαθούμε με δίαιτα και χάπια να αξιοποιήσουμε την ινσουλίνη που παράγει ο οργανισμός.

Τι πειράζει αν είναι υψηλό το ζάχαρο;

Στα μεν παιδιά και τους νέους, αν δεν δοθεί ινσουλίνη θα πέσουν σε κώμα. Πριν από την ανακάλυψη της ινσουλίνης, εδώ και 55 χρόνια, τα παιδιά με διαβήτη πέθαιναν λόγω διαβητικού κώματος.

Η ύπαρξη υψηλών τιμών ζαχάρου, για μεγάλο διάστημα, πάνω από 10 χρόνια, είτε πρόκειται για 1 ή τύπο 2, προκαλεί βλάβες στα αγγεία (μείωση της όρασης, νεφρική ανεπάρκεια, καρδιαγγειακά προβλήματα) και στα περιφερικά νεύρα.

Γιατί η ινσουλίνη δίνεται σε ενέσεις; Πώς είναι δυνατόν να κάνει κανείς τόσα χρόνια κάθε μέρα 3-4 ενέσεις;

Η ινσουλίνη είναι πρωτεΐνη, που σημαίνει ότι αν πάει στο στομάχι καταστρέφεται από τα γαστρικά υγρά. Ευτυχώς οι ενέσεις ινσουλίνης γίνονται με μικρότατες και πολύ λεπτές βελόνες και δεν πονάνε σχεδόν καθόλου. Είναι γεγονός ότι κανένας νέος δεν παραπονιέται για το «τρύπημα». ¨Άλλα είναι τα προβλήματα που έχουν λόγω του διαβήτη. Π. χ. οι καθημερινές (3-4) μετρήσεις του ζαχάρου στο σπίτι με ειδικό μετρητή, η πρόληψη και αντιμετώπιση υπογλυκαιμιών (πολύ χαμηλές τιμές ζαχάρου, λόγω ινσουλίνης) και η συνεχής επαγρύπνηση στην διατροφή.

Πόσο συχνή πάθηση είναι ο διαβήτης;

Δυστυχώς ο διαβήτης τύπου 2, που είναι εξίσου σοβαρή πάθηση όσο και ο τύπου 1, παρουσιάζει διαστάσεις επιδημίας. Πρόσφατα στοιχεία της Παγκόσμιας Οργάνωσης για τον Διαβήτη( IDF) δείχνουν ότι το 2003 υπήρχαν 194 εκατομμύρια άνθρωποι με διαβήτη τύπου 2 και ότι το 2025 θα υπάρχουν 333 εκατομμύρια ή το 6.3% του πληθυσμού της γης.

Ο κίνδυνος για εμφάνιση διαβήτη αυξάνει προοδευτικά και στους άνδρες και στις γυναίκες αναλογικά με το υπερβάλλον βάρος.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι σε αναπτυγμένες χώρες υπάρχει αύξηση εμφάνισης περιστατικών διαβήτη τύπου 2 σε παιδιά και εφήβους λόγω παχυσαρκίας και καθιστικής ζωής. (Το πολύ blog δεν βοηθάει στην πρόληψη).

Ο διαβήτης τύπου 1 παρουσιάζει μικρή έξαρση και αποτελεί το 10% του συνόλου των ατόμων με διαβήτη.

Υπάρχει κληρονομικότητα;

Ο τύπος 1 δεν κληρονομείται παρά σε ελάχιστα στατιστικά σημαντικό ποσοστό.
Αυτό που μπορεί να έχουμε κληρονομήσει είναι την προδιάθεση για το «ζαχαράκι» που παρουσίασε η γιαγιά μας ή ο πατέρας μας σε μεγάλη ηλικία και που μπορεί να το εμφανίσουμε εμείς σε πολύ νεώτερη.

Έχει λοιπόν σημασία να συνειδητοποιήσουμε ότι ο διαβήτης, που αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα, μας αφορά όλους λόγω τρόπου ζωής ή υπάρχουσας κληρονομικότητας έστω και μακρινής.

Αυτά τα …ευχάριστα Δυστυχώς δεν γίνεται να καλυφθεί τόσο μεγάλο θέμα από αυτό εδώ το χώρο. Υπάρχει πάντα η δυνατότητα για διευκρινιστικές ερωτήσεις.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 04, 2007

" Ανήλικοι" ασθενείς

Αφορμή για το σημερινό post ήταν η επίσκεψη στο ιατρείο, ενός ζεύγους όπου ο κύριος, 73 ετών, είχε διαβήτη, ενώ η σύζυγος του (οτιδήποτε μεταξύ 60-75) τον συνόδευε.

Από την αρχή κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο, δεν χρειαζόταν και πολύ άλλωστε.

Στην ερώτηση μου, κοιτώντας κατάματα τον ασθενή: «από πότε έχετε ζάχαρο;» έρχεται βολίδα η απάντηση από την σύζυγο: «10 χρόνια».

«Τι άλλα προβλήματα υγείας έχετε;»

« Έχει πίεση, χοληστερίνη και έχει κάνει εγχείρηση για προστάτη».

Όταν γύρισα, την κοίταξα και είπα: «Αφήστε μπορεί να μου τα πει ο ίδιος», η μάλλον ενοχλημένη απάντηση ήταν «ε! ας τα πει».

Περιττό να πω ότι σε όλη τη διάρκεια της εξέτασης η σύζυγος πεταγόταν για να προλάβει την απάντηση, όπως σε κάτι τηλεπαιχνίδια, που κερδίζει αυτός που θα πατήσει πρώτος το κουμπί.

Ακόμα και όταν έτεινα προς τον ασθενή το βιβλιάριο με την συνταγή, πετάχτηκε από το πλάι ένα χέρι, το άρπαξε λέγοντας: δώστο εμένα να το δώσω έξω για τις σφραγίδες.

Φαντάζομαι ότι οι άνθρωποι αυτοί, μετά από τόσα χρόνια συμβίωσης, έχουν βρει τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας και πορεύονται. Θεωρώ ότι οποιαδήποτε παρέμβαση σε αυτό μάλλον κακό θα προκαλέσει, άσε που θα είναι και αναποτελεσματική.

Υπάρχει όμως μια άλλη κατηγορία, αυτή των νέων με διαβήτη ( 17- 25 ετών) που έρχονται στο ιατρείο με έναν από τους γονείς, συνήθως την μητέρα.

Αν ο νέος ή νέα έχει από πολύ μικρός τον διαβήτη, η μάνα συμπεριφέρεται όπως τότε που το παιδί ήταν 6 ή 7 χρονών και το πήγαινε στο «Παίδων».

Αυτή κρατάει το τετράδιο με όλες τις καταγραφές των τιμών, πράγμα που δεν χρειάζεται πια γιατί όλοι οι μετρητές έχουν μνήμη, αναφέρει τις υπογλυκαιμίες και με διακριτικότητα ή αγανάκτηση λέει : «τώρα εγώ θα το πω στη γιατρό, τι τρως κάθε μέρα και ότι δεν μετριέσαι όσο συχνά χρειάζεται.»

Επειδή πιστεύω ότι αν δεν ζητήσω να μιλήσω μόνη μου με το παιδί της, την έχω χάσει την επαφή μαζί του, το κάνω πάντα.

Πολλές φορές διαπιστώνω ότι ο νέος αυτός άνθρωπος που μπορεί να είναι και 24 ετών, χαίρεται μεν που δεν έχει τη γκρίνια της μάνας του, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να αναλάβει την ευθύνη της διαχείρισης του διαβήτη του.
Υπάρχει δηλαδή μια αμφιθυμική σχέση με την καταπίεση και τον έλεγχο που του εξασκείται. Π. χ. από την μια με κουράζει και μου σπάει τα νεύρα, από την άλλη θέλω να μου κάνει το πρωί την ινσουλίνη και να μου φέρνει το πρωινό στο κρεβάτι , ώστε να μην ξυπνάω εγώ και να μην κινδυνεύω να πάθω υπογλυκαιμία.

Τις περισσότερες φορές περιμένουν από τους γονείς τους να τρέξουν στο ταμείο τους για τα αναλώσιμα ή την ινσουλίνη, πράγμα που οι γονείς κάνουν φοβούμενοι μήπως μείνει το παιδί τους χωρίς.

Το δύσκολο εδώ είναι να μπορέσεις να βοηθήσεις την μητέρα να αποσυρθεί χωρίς αφενός να το εισπράξει αυτό σαν : «τόσα χρόνια εγώ ασχολούμαι και έρχεσαι εσύ τώρα ( η γιατρός) και μου λες να φύγω και θα τα βρείτε οι δυο σας», αφετέρου να πεισθεί ότι είναι άλλος τώρα ο ρόλος της και μόνο αν απομακρυνθεί θα αναλάβει την φροντίδα του διαβήτη το παιδί της, πράγμα που είναι και το ζητούμενο.

Πρέπει να πω ότι αυτό που με τρομάζει είναι όταν βλέπω νέους στα 20 και πάνω πλήρως αφημένους στην φροντίδα των γονιών τους. Να θεωρούν αυτονόητο ότι η μητέρα τους θα δώσει αναφορά για το τι έγινε από την περασμένη φορά που συναντηθήκαμε και δεν βλέπουν κανένα λόγο να μην είναι παρούσα σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης.

Διερωτώμαι σε τι βαθμό συνέβαλε η ύπαρξη του διαβήτη στην διαμόρφωση και διατήρηση μιας τέτοιας σχέσης. Σίγουρα δεν αρκεί να πεις : «αφήστε μας λίγο να τα πούμε οι δυο μας» για να τροποποιηθεί. Από την άλλη δεν μου πάει να αποφασίσω όπως στο πρώτο παράδειγμα, του ζεύγους των ηλικιωμένων, «άσε τα έχουν βρει μεταξύ τους».

Προβληματίζομαι, λοιπόν, αν και πώς να μεθοδεύσω κάποια παρέμβαση.




Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2007

"Αφού εγώ νιώθω καλά!"

Πριν από μερικές ημέρες, ένας συνάδελφος, ειδικευόμενος στο νοσοκομείο μας, μου είπε: «Έχω σκεφθεί να σας φέρω να δείτε τον πεθερό μου, είναι 68 χρονών, έχει διαβήτη, υποτίθεται ότι παίρνει κάποια χάπια, αλλά είναι εντελώς αρρύθμιστο το σάκχαρο του. Το σκέφτομαι πολύ να του πω να έρθει γιατί θα σας σπάσει τα νεύρα, όπως τα έχει σπάσει σε μένα και στην κόρη του. Δεν κάνει τίποτα για το σάκχαρο του και όταν του το λες σου απαντάει: Ξέρω εγώ – λίγο αν προσέξω θα το ρίξω».

Από το ύφος της παραίτησης και της αγανάκτησης του συναδέλφου καταλάβαινες ότι ο άνθρωπος τους είχε κουράσει, ότι το ενδεχόμενο να πάθει εγκεφαλικό ή κάποιο καρδιαγγειακό επεισόδιο – έχει και υπέρταση – και να γίνει η οικογένεια άνω κάτω, πλανιόταν σαν απειλή.

Του είπα ότι ήθελα να τον δω, του έκλεισε ραντεβού και χθες ήρθε στο νοσοκομείο.
Περιγράφω εδώ την όλη διαδικασία, μαζί με τον δικό μου προβληματισμό, γιατί βρίσκω ότι αποτελεί μια πολύ χαρακτηρολογική περίπτωση που αφορά πολλούς ανθρώπους.

Ο πεθερός του συναδέλφου ήταν ένας, όπως λέμε «πολύ καλοστεκούμενος κύριος», που έδειχνε νεώτερος από την ηλικία του. Κάθισε απέναντί μου με το ύφος που έχουν οι άνθρωποι που τους έχουν φέρει (η πολλή γκρίνια κάποιων συγγενών) και που περιμένουν να ακούσουν μια από τα ίδια, να ευχαριστήσουν και να φύγουν.

Πράγματι άλλοτε έπαιρνε τα χάπια άλλοτε όχι, ήξερε ότι έπρεπε να τρώει συχνά και μικρά γεύματα, αλλά «να εχθές ήμουνα όλη την ημέρα νηστικός, το απόγευμα κάποιος έφερε στο μαγαζί πίττες και έφαγα τέσσερα μπορεί και πέντε κομμάτια».


Ένοιωθα τον συνάδελφο που καθόταν δίπλα να σκέφτεται « αν είναι δυνατόν, ρεζίλι θα με κάνει!»

Και όμως ο άνθρωπος που είχα απέναντι μου φαινόταν, έξυπνος, γεμάτος ενεργητικότητα, παρά το ότι είναι στη σύνταξη πηγαίνει κάθε μέρα και εργάζεται στην επιχείρηση συγγενούς του, για να μην κάθεται. Αθλητής στα νιάτα του με καριέρα διεθνή, φροντίζει τώρα να κινείται όσο μπορεί.

Δεν έχει σημασία εδώ, να περιγράψω όλη τη στιχομυθία, αυτό που νομίζω ότι έχει σημασία, είναι το ξέσπασμα του στην δική μου αντιμετώπιση, που δεν τον είδα σαν ένα απείθαρχο ασθενή αλλά σαν άνθρωπο που νοιώθει καλά και θέλει να ζει σαν να μην έχει τίποτα.

«Δεν φοράω ποτέ μου παλτό, δεν ξέρω τι θα πει κρυολόγημα», «δεν κουράζομαι όσο και να δουλέψω», « αισθάνομαι γερός» κ.τ.λ. ήταν μερικά από όσα, με κρυφή υπερηφάνεια, μου είπε.

Το να πάρει χάπια, να φάει σε συγκεκριμένη ώρα, να υπολογίσει πόσο θα φάει κ.τ.λ., καταρρίπτει την εικόνα που έχει για τον εαυτόν του: είμαι γερός είμαι δραστήριος , δεν γερνάω δεν έχω τίποτα.

Όσο τα παιδιά του τον κυνηγάνε για να μην πάθει, τόσο αυτός πρέπει να αποδείξει ότι αυτός δεν κινδυνεύει και ας έχουν αρχίσει οι δικοί του να τρέμουν το εγκεφαλικό.

Σε ένα αρχικό σχόλιο ο ‘ναυαγός’ έλεγε αναφερόμενος στον πατέρα του που έχει διαβήτη και δεν αλλάζει τις συνήθειες του: « Είμαι σίγουρος ότι μπορεί να βελτιώσει τη ζωή του και τον προσδόκιμο όρο ζωής. Συνήθως όμως η ισχύς των επιχειρημάτων μου εξαντλείται μερικές μόνο ημέρες μετά το πέρας των αλλεπάλληλων αγγειοπλαστικών που έγιναν τα τελευταία χρόνια...»

Πράγματι είναι πολύ δύσκολη μια αποτελεσματική προσέγγιση. Αυτό που νομίζω ότι είναι λιγότερο αποτελεσματικό είναι να αραδιάζει κανείς τα ιατρικά επιχειρήματα του τύπου : θα πάθεις τούτου και το άλλο αν δεν κάνεις ότι σου λένε….


Στο κάτω-κάτω οι άνθρωποι κατά τεκμήριο, ξέρουν τι μπορεί να πάθουν, δεν περιμένουν από εμάς να τους το πούμε. Και αν δεν το ήξεραν, τους το έχουμε πει αρκετές φορές μέχρι τώρα.

Κατά τη γνώμη μου, η αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας, σαν αυτή του ασθενούς μου δεν εξηγείται με το να πούμε ότι αρνείται την ύπαρξη του προβλήματος.

Πιστεύω ότι δέχεται την ύπαρξη του προβλήματος, αλλά θεωρεί ότι ο ίδιος είναι δυνατότερος και δεν θα νικηθεί. Από την καθημερινή επιβεβαίωση, («και σήμερα δεν μου συνέβη τίποτα, παρά τα όσα λέτε!»), αντλεί δύναμη και ζωντάνια.

Νομίζω όμως ότι, από το να παραθέσω θεωρίες, είναι πιο ουσιαστικό και ενδιαφέρον να ακουσθεί πώς τοποθετείται ο καθένας μας απέναντι στο θέμα: «έχω πρόβλημα υγείας, παροδικό ή μόνιμο και μου ζητιέται να κάνω κάποια πράγματα γι αυτό»




Σάββατο, Ιανουαρίου 27, 2007

Ανατροπές στα 1700 μέτρα


Γύρισα!

Από το κρύο, το χιόνι, την άψογη κοινωνική οργάνωση. Από ένα Ελβετικό χωριό – Zinal λέγεται και βρίσκεται στην περιοχή των Άλπεων στο, Val d’ Anniviers, σε υψόμετρο 1700 μέτρων. Πέρασα 5 ολόκληρες ημέρες εκεί με άλλους 40 συμμετέχοντες γιατρούς, ψυχολόγους, ψυχοθεραπευτές, ανθρωπολόγους, κοινωνιολόγους, νοσηλεύτριες. Το σεμινάριο, γαλλόφωνο. Ως εκ τούτου το 80% των συμμετεχόντων ήταν Γάλλοι και Γαλλο-Ελβετοί και οι υπόλοιποι Ιταλοί.


Το θέμα του σεμιναρίου: Πώς περνάμε από την παρεμβατικότητα στην συντροφικότητα (de l’intervention a l’accompagnement). Φυσικά εξυπακούεται: «του ασθενούς με χρόνιο νόσημα».

Κύριο στοιχείο των συζητήσεων και των παρουσιάσεων ήταν το πώς θα αντιληφθούμε αυτό που είναι άρρητο, δηλαδή αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί (l’indicible) και τη σημασία που έχει για το πώς βιώνει ο ασθενής μας το νόσημα του.

Θα επανέλθω στην έννοια του άρρητου και τη σημασία του, σε άλλο post.

Θα ήθελα εδώ κατ' αρχήν να καταθέσω τις πρώτες σκέψεις και τους προβληματισμούς μου σε σχέση με αυτά που έζησα αυτές τις ημέρες. H λέξη είναι πράγματι «έζησα» και όχι άκουσα ή έμαθα, όπως γίνεται συνήθως στα επιστημονικά συμπόσια.


Οι ομιλητές, γιατροί, ανθρωπολόγοι, κοινωνιολόγοι, (αλλά και καλλιτέχνες) έκαναν εισηγήσεις που σε πρώτη ανάγνωση έμοιαζαν άσχετες με το θέμα της φροντίδας του ασθενούς με χρόνιο νόσημα. Στην συζήτηση που ακολουθούσε και που κράταγε διπλάσιο χρόνο από την εισήγηση, έβλεπε κανείς τις προεκτάσεις που είχαν όσα είχαν ειπωθεί και το πώς η πληροφορία δεν αποτελούσε μόνο υλικό για νέα γνώση αλλά για προβληματισμό και δημιουργική σκέψη.

Κάτι τέτοιο μου λείπει πολύ στο χώρο που κινούμαι. Η συζήτηση στα δικά μας συνέδρια, εξαντλείται στο: «έχουμε χρόνο για μια ή δυο σύντομες ερωτήσεις»…

Ξαναείδα τη δουλειά που κάνει η Caroline Simonds, καλλιτέχνης κλόουν, που πηγαίνει στα ογκολογικά παιδιατρικά νοσοκομεία με την ομάδα της και προσπαθούν να δώσουν με τις παραστάσεις τους, μια ανακούφιση και μια νότα γέλιου, στα παιδιά με καρκίνο και στους γονείς τους.

Άκουσα τις αφηγήσεις των γιατρών που ήταν επικεφαλής ανθρωπιστικών αποστολών του Ερυθρού Σταυρού σε μέρη όπως το Αφγανιστάν, η Σεμπρένιτσα, η Τσετσενία, ο Λίβανος. Οι αφηγήσεις τους δεν στόχευαν στο να μεταφέρουν τη φρίκη με την οποίαν ήρθαν αντιμέτωποι, αλλά τον ρόλο που έπαιξαν με την παρουσία τους και πως μπορεί να εκφραστεί η παρέμβαση και η συντροφικότητα σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις.

Πολλά από τα θέματα αυτού του πενθήμερου θα επανέλθουν σε επόμενα post. Όμως αυτό που θέλω να τονίσω εδώ είναι το σύνολο αυτής της εμπειρίας. Δεν αποσκοπούσε στην μετάδοση γνώσης αλλά στην αλλαγή στάσης. Στην ευαισθητοποίηση, στο άνοιγμα προς τον Άλλο, στον εμπλουτισμό των παραστάσεων, στο γκρέμισμα των στερεοτύπων. Πολλά από όσα έγιναν λειτουργούσαν ανατρεπτικά και αυτό είναι σωτήριο: Όλοι μας τείνουμε να τυποποιούμε, να απλοποιούμε και να βολευόμαστε. Η ανατροπή είναι δημιουργική – αποτελεί προϋπόθεση της ζωντανής και άμεσης αντιμετώπισης. Βγήκα από εκεί όχι πιο πλούσια σε γνώσεις αλλά πιο σοφή σε συναισθήματα.

Θα προσπαθήσω να περάσω αυτή την αίσθηση και στους ασθενείς μου.

Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2007

Κρύβοντας τον Διαβήτη

Όταν άρχισα να εξασκώ τη διαβητολογία, ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα, όταν έβλεπα κάποιον νέο με διαβήτη, ήταν να ρωτήσω αν το ξέρουν στο περιβάλλον του. Πολύ συχνά η απάντηση ήταν: «όχι δεν το έχω πει παρά μόνο σε ένα-δυο ανθρώπους». Αλλά και όταν έλεγε: «δεν το κρύβω», αν ρώταγες πόσοι ξέρουν για την ύπαρξη του διαβήτη η απάντηση ήταν: «μόνο οι δικοί μου».

Ξεκίναγα τότε μια προσπάθεια (το έχουν αυτό οι νεοφώτιστοι, δυστυχώς) για να τον πείσω ότι θα ήταν πολύ καλύτερα γι αυτόν, όχι να λέει ότι έχει διαβήτη σε όποιον συναντάει, αλλά να μην το κρύβει.

Με τον καιρό άλλαξα. Συνεχίζω να πιστεύω ότι κάποιος που προσπαθεί να κρύψει ένα τόσο σημαντικό στοιχείο της βιολογικής του ταυτότητας, όπως στη προκειμένη περίπτωση την ύπαρξη διαβήτη, γίνεται ανελεύθερος απέναντι στο περιβάλλον του.
Ξοδεύει μεγάλη ενέργεια για κρατήσει το μυστικό του. Υπονομεύει την καλή ρύθμιση του σακχάρου του προκειμένου να μην αποκαλυφθεί, (π. χ μπορεί να μην κάνει ινσουλίνη σε κάποιο κοινωνικό γεύμα για να μην το καταλάβουν οι άλλοι, ή να φάει ποσότητα γλυκού που δεν θα έτρωγε αλλιώς, για να μην τον υποπτευθούν). Το ενδεχόμενο να εμφανίσει υπογλυκαιμία μπροστά σε άλλους, αποτελεί μεγίστη απειλή, γι αυτό και φροντίζει να έχει υψηλές τιμές ζαχάρου για να εξασφαλίσει ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί.

Είναι ανελεύθερος γιατί, με το να κρύβεται, μεταβιβάζει εξουσία στο περιβάλλον του: αυτήν του να καταλάβουν το μυστικό του.

Αυτό όμως που κατάλαβα με τα χρόνια, είναι ότι για τον διαβήτη, (αναφέρομαι στον ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη των νέων), αλλά και για άλλα νοσήματα, (π. χ. επιληψία, σχιζοφρένεια και εν γένει ψυχιατρικές παθήσεις), υπάρχουν πεποιθήσεις που τους δίνουν το χαρακτήρα του στίγματος, παρά το ότι δεν πρόκειται για μεταδιδόμενα νοσήματα.

Στο βιβλίο του «Στίγμα» ο Erving Goffman, μελετά τους τρόπους με τους οποίους τα στιγματισμένα άτομα προσπαθούν να ελέγξουν απαξιωτικές γι αυτά πληροφορίες , φροντίζοντας να τις συγκαλύψουν ή να τις αποσιωπήσουν.

Ερευνά με ποιο τρόπο το άτομο για να μην απομονωθεί κοινωνικά, μετέχει σε κοινωνικές περιστάσεις μαζί με «φυσιολογικούς» και επινοεί διάφορα τεχνάσματα προκειμένου να κερδίσει την αποδοχή τους.

Σε αυτή την περίπτωση το άτομο προσδιορίζεται όχι σύμφωνα με το πώς το ίδιο βλέπει τον εαυτό του, αλλά σύμφωνα με τον τρόπο που οι άλλοι το προσλαμβάνουν και το αξιολογούν.

Τώρα, λοιπόν, κατανοώ ότι για τον νέο των 18 ετών η εμφάνιση του διαβήτη δεν αποτελεί μόνο ναρκισσιστικό πλήγμα, αλλά τον βάζει απέναντι στην κοινωνία –κυρίως των συνομηλίκων του – και τον ωθεί να αποδείξει ότι δεν διαφέρει.

Αυτό δεν ξεπερνιέται με την προτροπή : «μην το κρύβεις για να νοιώθεις πιο ελεύθερος», όση υποστήριξη και αν του παρέχει κανείς.

Ίσως σε αρχική φάση η «ελευθερία» αυτή να μην έχει την πρώτη προτεραιότητα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση που θα κρατήσουν οι γονείς, απέναντι στο περιβάλλον, σε σχέση με το πρόβλημα του παιδιού τους. Πολλές φορές οι νέοι βρίσκονται παγιδευμένοι από την στάση των γονέων. Αν οι γονείς έχουν επιλέξει να αποσιωπούν το πρόβλημα, το παιδί, και όταν μεγαλώσει, δεσμεύεται από αυτή την επιλογή.


Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007

"Φροντιστές" για διαβητικούς

Άραγε αυτό θέλουμε;


Διάβασα πριν από μερικές ημέρες στην εφημερίδα : "Σε μια πόλη των ΗΠΑ οι φαρμακοποιοί εκτελούν χρέη επιτητρητή των ασθενών. Πόρτα πόρτα θεραπεύεται ο διαβήτης στις ΗΠΑ. Στην πόλη Ασβιλ της Βόρειας Καρολίνας, ένα πείραμα που πραγματοποιείται τα τελευταία χρόνια αποτελεί μια από τις πλέον υποσχόμενες λύσεις για την αντιμετώπιση της νόσου.

Τα απαραίτητα φάρμακα τους παρέχονται δωρεάν καθώς και όλες οι διευκολύνσεις που χρειάζονται. Όλα αυτά με την προϋπόθεση ότι θα επισκέπτονται κάθε μήνα τον φαρμακοποιό τους."

Στη συνέχεια δίνεται ένα παράδειγμα αυτής της παρακολούθησης: Ο Στιούαρτ Ρόμπο στριφογυρίζει στην καρέκλα του την ώρα που η φαρμακοποός του διαβάζει προσεκτικά την τελευταία ανάλυση αίματος. Τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα είναι ιδιαίτερα υψηλά.
"Νομίζω πως ήταν η μέρα που ένας φίλος μου μου έφερε να δοκιμάσω μπίρα δικής του παραγωγής", ψελλίζει ο Ράμπο, ο οποίος διαγνώσθηκε με διαβήτη πριν από έξη χρόνια.
Η φαρμακοποιός σηκώνει το βλέμμα και κοιτάζει τον Ράμπο μάλον επιτιμητικά. Εκείνος χαμηλώνει το δικό του. Είναι αμήχανος. "Ξέρω, ξέρω", ψιθυρίζει.

Στο πείραμα συμμετέχουν και δημοτικοί υπάλληλοι που πάσχουν από διαβήτη. Σύμφωνα με τους τοπικούς αξιωματούχους, τα πρώτα αποτελέσματα είναι πολύ ενθερρυντικά: Στο τέλος του πρώτου έτους του προγράμματος οι μισοί εθελοντές είχαν θέσει υπό έλεγχο τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Επιπλέον περιορίστηκε το οικονομικό κόστος των ιατρικών δαπανών κατά τουλάχιστον 1.500 ευρώ ανά ασθενή ετησίως.

Στη διάρκεια των πέντε πρώτων ετών του πειράματος, οι συμμετέχοντες απουσίασαν κατά μέσο όρο έξι εργάσιμες ημέρες από τη δουλειά τους εξαιτίας της ασθένειά τους - τις μισές σε σύγκριση με προηγούμενες χρονιές.

"Οταν πρέπει να απαντάς στις ερωτήσεις κάποιου κάθε μήνα, σκέφτεσαι δύο φορές πριν φας κάτι που απαγορεύεται" επισήμανε ο Τζορτζ Λέντφορντ, ο οποίος συμμετέχει στο πρόγραμμα εδώ και πέντε χρόνια.

Το άρθρο είναι γραμμένο με ενθουσιώδη τρόπο σχετικά με την σημασία και την αποτελεσματικότητα του πειράματος.

Οταν το διάβασα, θύμωσα. Θεώρησα ότι είναι απαράδεκτο να καλλιεργούνται ενοχές στους ανθρώπους, επειδή έκαναν κάποια λάθος επιλογή για την υγεία τους, όπως να φάνε κάποιο γλυκό ή να πιούν μια μπύρα παραπάνω.

Θα πρέπει να βρούμε τρόπο ώστε εμείς οι ίδιοι, είτε έχουμε κάποιο πρόβλημα υγείας είτε όχι, να επιλέγουμε τα πράγματα που μας βλάπτουν λιγότερο.

Ο ρόλος των επαγγελματιών υγείας, γιατρών νοσηλευτών, φαρμακοποιών, διατροφολόγων κ.τ.λ είναι άραγε να " επιτηρούν" τους ασθενείς ή να τους βοηθούν να κάνουν τις σωστές επιλογές για την ζωή τους.

Μήπως όμως όλη αυτή η απαίτηση για ελευθερία επιλογών, αφορά αυτούς που δεν αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα υγείας;

Πόσο μπορεί να περιμένει κανείς για να εξασκήσει την οποιαδήποτε πίεση, σε κάποιον που καπνίζει και έχει αρχίσει να παρουσιάζει αναπνευστική ανεπάρκεια;

Είναι πολλοί αυτοί που ερμηνεύουν το "στενό μαρκάρισμα" σαν ενδιαφέρον και φροντίδα. Αντίθετα θεωρούν την παραχώρηση ελευθερίας στο τρόπο ζωής τους, σαν αδιαφορία.

Ίσως η αντίδραση μου να προκύπτει από δική μου ανάγκη να "προστατεύω" τους ασθενείς μου και ίσως από αδυναμία να τους πω: "αυτό για σένα απαγορεύεται".

Σίγουρα η προσέγγιση του παραπάνω "πειράματος" απέχει πολύ από τις νεότερες αντιλήψεις περί ενδυνάμωσης (empowerment) των ασθενών με χρόνιο νόσημα, στην αυτοδιαχείρηση τής υγείας τους.

Είναι αυτονόητο ότι δεν υπάρχει μία ενιαία γραμμή: κάθε άνθρωπος φέρνει τα δικά του πιστεύω τους φόβους του, τις προσδοκίες που έχει από το γιατρό, κ.τ.λ.

Πιστεύω ότι η "θεραπευτική συμμαχία" μεταξύ θεραπευτή και ασθενούς είναι αυτό που μπορεί να δώσει, μακροχρόνια, την πιο σωστή ισορροπία ανάμεσα στην αναγκαστική πειθαρχία αφενός και την ποιότητα ζωής του ασθενούς αφετέρου.

Θα επανέλθω για να διευκρινήσω πως ορίζω την έννοια της "θεραπευτικής συμμαχίας".